<?xml version='1.0' encoding='UTF-8'?><?xml-stylesheet href="http://www.blogger.com/styles/atom.css" type="text/css"?><feed xmlns='http://www.w3.org/2005/Atom' xmlns:openSearch='http://a9.com/-/spec/opensearchrss/1.0/' xmlns:georss='http://www.georss.org/georss' xmlns:gd='http://schemas.google.com/g/2005' xmlns:thr='http://purl.org/syndication/thread/1.0'><id>tag:blogger.com,1999:blog-1609159186292588994</id><updated>2012-02-16T18:40:35.340-08:00</updated><title type='text'>ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΣΥΝΕΔΡΙΩΝ</title><subtitle type='html'></subtitle><link rel='http://schemas.google.com/g/2005#feed' type='application/atom+xml' href='http://cecl-epikairesparemvaseis.blogspot.com/feeds/posts/default'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1609159186292588994/posts/default?max-results=100'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://cecl-epikairesparemvaseis.blogspot.com/'/><link rel='hub' href='http://pubsubhubbub.appspot.com/'/><author><name>CECL</name><uri>http://www.blogger.com/profile/12763879744371523610</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><generator version='7.00' uri='http://www.blogger.com'>Blogger</generator><openSearch:totalResults>16</openSearch:totalResults><openSearch:startIndex>1</openSearch:startIndex><openSearch:itemsPerPage>100</openSearch:itemsPerPage><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1609159186292588994.post-8355102100817598451</id><published>2008-07-23T02:28:00.000-07:00</published><updated>2008-08-19T06:44:56.983-07:00</updated><title type='text'>"ΕΝΑ ΑΛΛΟ ΚΡΑΤΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΦΙΚΤΟ", 14-15/04/2008</title><content type='html'>&lt;span&gt;του&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight: bold;"&gt; Ευάγγελου Βενιζέλου &lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Κυρίες και κύριοι, θέλω να υποδεχθώ στο συνέδριο τον συνάδελφό μου, τον Καθηγητή Προκόπη Παυλόπουλο, τον συνάδελφο Φώτη Κουβέλη και τον συνάδελφο Αχιλλέα Καταρτζή.&lt;br /&gt;Παίρνω τον λόγο πρώτος ακριβώς για να παίξω τον διπλό ρόλο του συζητητή σε αυτή την στρογγυλή τράπεζα αλλά και του γενικού εισηγητή της πρώτης ημέρας.&lt;br /&gt;Θα επιχειρήσω να συνθέσω τους προβληματισμούς που ακούστηκαν τις δύο αυτές μέρες σε έξι πυκνές θεματικές ενότητες. Θα προσπαθήσω να αναδείξω τον κοινό παρανομαστή μίας δύσκολης προσέγγισης, γιατί δεν είμαστε εξοικειωμένοι με αυτή την πολυπρισματική θεώρηση των πραγμάτων. Αλλά και γιατί στον δημόσιο λόγο και στην πολιτική σκέψη κυριαρχεί ένας εμπειρισμός που ενθουσιάζεται με την ιδέα πως η πολιτική είναι ένα σύστημα πρακτικών ενεργειών, ενώ δεν αντιλαμβάνεται ότι δεν μπορεί να υπάρχει καμία πράξη και άρα καμία πρακτική χωρίς να υπάρχει μία θεωρία που καθοδηγεί την πράξη αυτή.&lt;br /&gt;Άλλωστε &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;η πολιτική πριν καταστεί σύστημα διαχείρισης πρακτικών πρωτοβουλιών και αποτελεσμάτων είναι σύστημα διαχείρισης συμβόλων, αναζητά την νομιμοποίηση, και βέβαια είναι ένα σύστημα διαχείρισης ιδεών, γιατί τίποτα δεν είναι τόσο δυναμικό και τόσο ακατάβλητο όσο αυτό που ονομάζεται υλική δύναμη των ιδεών αυτών&lt;/span&gt;.&lt;br /&gt;Το διανοητικό κεφάλαιο παράγει υλικά, απτά, εμπράγματα αποτελέσματα και άρα πρέπει να ξεκινήσουμε από την αναζήτηση ενός θεωρητικού προτύπου μίας σύλληψης προκειμένου να ανατρέψουμε καταστάσεις. Για να τις ανατρέψουμε πρέπει να τις κατανοήσουμε και αφού τις κατανοήσουμε πρέπει να μπορέσουμε να παρουσιάσουμε μία άλλη θεώρηση, δηλαδή ουσιαστικά &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;μία άλλη αφήγηση για το πώς αντιλαμβανόμαστε το κράτος&lt;/span&gt;.&lt;br /&gt;Οι συζητήσεις μας τις δύο αυτές μέρες ξεκίνησαν από την παραδοχή πως &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;σε καμία περίπτωση το κράτος δεν μπορεί να γίνεται αντιληπτό εργαλειακά&lt;/span&gt;.&lt;br /&gt;Το κράτος δεν είναι ο διοικητικός μηχανισμός, δεν είναι το σύνολο των κατασταλτικών μηχανισμών, δεν είναι μία θεσμική περιγραφή που αρχίζει από το Σύνταγμα και καταλήγει στην πιο απλή κανονιστική πράξη, μία υπουργική απόφαση ή μία απόφαση ενός δημοτικού συμβουλίου για κρίσιμα θέματα με οικονομικές και αναπτυξιακές επιπτώσεις.&lt;br /&gt;Το κράτος είναι ένα πολύ πιο πολύπλοκο φαινόμενο. Το κράτος το αντιλαμβανόμαστε ως μία σχέση. Είπα την πρώτη μέρα κάτι αυτονόητο στην σύγχρονη θεωρία του κράτους: το κράτος είναι η συμπύκνωση του συσχετισμού των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων. Η διατύπωση αυτή συνιστά και μια τιμητική αναφορά στον Νίκο Πουλαντζά. Ίσως ποτέ άλλοτε να μην ήταν τόσο επίκαιρες οι απόψεις αυτές: Μόνον όταν αντιληφθούμε το κράτος ως σχέση, το αντιλαμβανόμαστε και ως πεδίο της πολιτικής.&lt;br /&gt;Βεβαίως ποιο κράτος; &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;Το κράτος που μπορεί να οριστεί με πάμπολλους τρόπους&lt;/span&gt;. Και είδαμε αυτές τις δύο ημέρες να χρησιμοποιούμε την έννοια αυτή είτε κατά κυριολεξία, είτε συνεκδοχικά, εννοώντας άλλοτε το κράτος ως διοικητικό μηχανισμό, άλλοτε το κράτος ως πολιτικό σύστημα, άλλοτε το κράτος ως διοικητικό σύστημα, άλλοτε το κράτος ως έννομη τάξη που υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια του δημόσιου χώρου και εισέρχεται έντονα στο χώρο της κοινωνίας των πολιτών και στο χώρο του ιδιωτικού και οικογενειακού βίου, άλλοτε το κράτος ως μέγεθος δημόσιας δαπάνης, άλλοτε το κράτος ως διαχειριστή κρίσεων. Άλλοτε το κράτος ως μία απειλητική οντότητα από την οποία ταυτόχρονα ο πολίτης προσδοκά πάρα πολλά. Ίσως για αυτό υπάρχει ένας διχασμός της ίδιας της έννοιας του κράτους: Από τη μια μεριά το κράτος είναι ο Λεβιάθαν, είναι το αυταρχικό, γραφειοκρατικό, αναποτελεσματικό αλλά πανταχού παρών, πανοπτικό κράτος που παρεμποδίζει τις εξελίξεις εκεί που δεν πρέπει και απουσιάζει όταν πρέπει. Αλλά από την άλλη μεριά υπάρχει το κράτος που λειτουργεί ως εγγυητής του κράτους δικαίου και των θεμελιωδών δικαιωμάτων, ως εγγυητής και οργανωτής των δημοκρατικών θεσμών, ως κοινωνικό κράτος που εγγυάται την αναδιανομή ή εν πάση περιπτώσει τις ρυθμίσεις και τις παροχές που απαλύνουν τις αδικίες και τις ανισότητες.&lt;br /&gt;&lt;span style="font-weight: bold;"&gt;Αυτός ο διχασμός της έννοιας του κράτους δεν είναι ένας διχασμός ηθικολογικός ή αξιακός, είναι βαθύτατα πολιτικός γιατί η επιλογή ως προς την αντίληψη περί κράτους είναι μία επιλογή ιδεολογική, είναι μία επιλογή πολιτική, είναι αυτό πάνω στο οποίο διεξάγεται η πολιτική αντιπαράθεση σε όλα τα επίπεδα&lt;/span&gt;, από το επίπεδο της ανύπαρκτης παγκόσμιας δημοκρατικής διακυβέρνησης, μέχρι το επίπεδο των περιφερειακών οντοτήτων, όπως είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση με τα θεσμικά, δημοκρατικά και πολιτικά της ελλείμματα. Και από το επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης  μέχρι το επίπεδο του εθνικού κράτους, της Περιφέρειας, του Δήμου και ούτω καθεξής.&lt;br /&gt;Η πρώτη, λοιπόν, επιμέρους παραδοχή που έγινε τις μέρες αυτές είναι ότι &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;στο κράτος κρίνεται πρωτίστως το αναπτυξιακό πλεονέκτημα μιας χώρας που θέλει να μετέχει στις ευρωπαϊκές δομές,&lt;/span&gt; μιας χώρας που παρακολουθεί τις εξελίξεις της διεθνούς οικονομίας, που υφίσταται τις πιέσεις των οικονομικών κύκλων και της οικονομικής συγκυρίας, μιας χώρας που υφίσταται τις πιέσεις του φορολογικού και κοινωνικού ντάμπινγκ που γίνεται και στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στο εσωτερικό του δυτικού κόσμου αλλά και παγκόσμια, μιας χώρας που βεβαίως θέλει να διατηρήσει το κεκτημένο του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου.&lt;br /&gt;&lt;span style="font-weight: bold;"&gt;Η ποιότητα του κράτους συνδέεται άμεσα με την ποιότητα και την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, με την παραγωγικότητα και της εργασίας αλλά και του κεφαλαίου&lt;/span&gt;. Συνδέεται ουσιαστικά με μία οικονομία της γνώσης, με μία οικονομία έντονα ψηφιοποιημένη, με μία οικονομία που παρακολουθεί τις τεχνολογικές εξελίξεις, με μία οικονομία που μπορεί να επενδύσει στην ποιότητα αγαθών και υπηρεσιών.&lt;br /&gt;Και βεβαίως με μία οικονομία που ταυτόχρονα έχει συνείδηση πως η αγορά και η οικονομία παράγουν ανισότητες και πως χρειάζεται ένα ενεργό, ολοκληρωμένο και αναπτυξιακό κοινωνικό κράτος προκειμένου όλα αυτά να ισορροπούν μέσα από την διαφύλαξη της &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;κοινωνικής συνοχής και αλληλεγγύης&lt;/span&gt;. Κάτι το οποίο είναι πολύ δύσκολο ως εγχείρημα διότι &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;το κεκτημένο του ευρωπαϊκού κοινωνικού κράτους δυστυχώς τίθεται εν αμφιβόλω και η υπεράσπισή του δεν είναι «συντηρητισμός» της ευρωπαϊκής Αριστεράς, αλλά είναι μία ολοκληρωμένη πρόταση, εάν αυτό που ονόμασα προηγουμένως «αναπτυξιακό κοινωνικό κράτος» μπορεί να εφαρμοστεί στην πραγματικότητα ως ένα ολοκληρωμένο και ανταγωνιστικό μοντέλο ανάπτυξης&lt;/span&gt;.&lt;br /&gt;Αλλά στην περίπτωση αυτή πρέπει να έχουμε συμφωνήσει, όπως είπαμε και χθες, ότι δεν θα αντιλαμβανόμαστε το κοινωνικό κράτος απλώς ως δημόσια δαπάνη, ως απορρόφηση πόρων προκειμένου να επιτευχθεί η μείωση της φτώχειας, η προστασία των μεσαίων εισοδημάτων, η λειτουργία των μεγάλων δημοσίων συστημάτων ( παιδεία, υγεία κ.ο.κ.). Αλλά και ως πεδίο επενδύσεων, παραγωγής, εθνικού πλούτου και παραγωγής απασχόλησης.&lt;br /&gt;Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα που ακούστηκε χθες, ότι η υγεία δεν είναι απλά και μόνο μία δαπάνη του προϋπολογισμού και ένα γήπεδο κραυγαλέας ανισότητας εις βάρος του δημόσιου τομέα, γιατί ο δημόσιος τομέας ασφάλισης χρηματοδοτεί γενναιόδωρα τον ιδιωτικό τομέα υγείας. Είναι ταυτόχρονα και ένας χώρος στον οποίο παράγεται ένα πολύ σημαντικό ποσοστό του ΑΕΠ το οποίο προσεγγίζει το ποσοστό της μεταποίησης στην διάρθρωση του ελληνικού ΑΕΠ. Ένας τομέας στον οποίο έχουμε θέσεις εργασίας και ένας τομέας στον οποίο έχουμε τεράστια επένδυση διανοητικού κεφαλαίου η οποία γίνεται  κατά βάση στον δημόσιο χώρο, στις δημόσιες ιατρικές σχολές, στα δημόσια νοσοκομεία αλλά μετακινείται χωρίς καταβολή αντιτίμου στον ιδιωτικό τομέα.&lt;br /&gt;Άρα, έχουμε εδώ ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα σύγκρουσης του δημόσιου και του ιδιωτικού με εντυπωσιακά άνισους όρους. Ουσιαστικά έχουμε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της κρίσης του κοινωνικού κράτους, της δημογραφικής και της δημοσιονομικής, την οποία φυσικά δεν μπορείς να αντιμετωπίσεις με μέτρα όπως ο πρόσφατος ασφαλιστικός νόμος τον οποίο κατακρίναμε στις έντονες συζητήσεις που έγιναν στην Βουλή.&lt;br /&gt;Ένα άλλο σημείο πολύ σημαντικό, το οποίο ετέθη χθες, ήταν η ανάγκη σε όλη αυτή την αντίληψη περί κράτους και μοντέλου ανάπτυξης να εισαχθεί η παράμετρος της γνώσης, η παράμετρος της ψηφιοποίησης και των τεχνολογιών της επικοινωνίας και της πληροφορικής, αλλά και &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;η διάσταση της οικολογικής νομιμοποίησης&lt;/span&gt;. Αυτό υπερβαίνει το λεγόμενο πράσινο μοντέλο ανάπτυξης γιατί αφορά την νομιμοποίηση όλων των δημόσιων πολιτικών. Είναι μία οριζόντια προσέγγιση που αφορά, από αρχής μέχρι τέλους, τις οικονομικές, κοινωνικές και αναπτυξιακές λειτουργίες του κράτους.&lt;br /&gt;Στο πλαίσιο αυτό άρχισε να αναπτύσσεται η συζήτηση για το κράτος ως πολιτικό σύστημα, όπου βεβαίως το κορυφαίο πρόβλημα που αναδεικνύεται είναι &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;το πρόβλημα του κόμματος, η παθογένεια του κομματικού φαινομένου στην Ελλάδα, η οποία είναι πολύ σημαντικότερο πρόβλημα από την παθογένεια του κομματικού συστήματος&lt;/span&gt;.&lt;br /&gt;Ενώ στην Ελλάδα διεξάγεται μία πολύ έντονη συζήτηση για την αντοχή, τα όρια και τα προβλήματα του κομματικού συστήματος, στην πραγματικότητα απουσιάζει η συζήτηση για τα προβλήματα και τις προοπτικές αυτού καθ’ εαυτό του κομματικού φαινομένου που βεβαίως βρίσκεται στην μήτρα όλων των προβλημάτων που συνδέονται με την λειτουργία των αμέσων οργάνων του κράτους, δηλαδή με το πολιτειακό πρόβλημα της χώρας.&lt;br /&gt;Πρέπει να παραδεχθούμε για μία ακόμη φορά ότι τα κοινοβουλευτικά συστήματα διακυβέρνησης που ιστορικά αναπτύχθηκαν στην Ευρώπη, έχουν πολύ μικρότερη δυνατότητα αντίδρασης απέναντι στα σύγχρονα προβλήματα σε σχέση με το προεδρικό σύστημα διακυβέρνησης που είναι πιο ειλικρινές και πιο διαφανές από την άποψη αυτή.&lt;br /&gt;Αν, λοιπόν, δεν θέσουμε το δάκτυλό μας εις τον τύπον των ήλων του κομματικού φαινομένου, τότε δεν θα μπορέσουμε να καταλάβουμε ούτε το πρόβλημα της κυβέρνησης, ούτε το πρόβλημα του κοινοβουλίου, ούτε συνολικότερα το πρόβλημα του πολιτικού συστήματος. Αν δεν μιλήσουμε σοβαρά για το &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;«ανοικτό κόμμα»&lt;/span&gt;, δεν θα επαναπροσδιορίσουμε την σχέση κοινωνίας και κράτους, διότι ο δίαυλος επικοινωνίας ανάμεσα στην κοινωνία των πολιτών και του κράτους είναι το κόμμα, το κόμμα μετασχηματίζει την κοινωνία των πολιτών σε πολιτική κοινωνία. Αν το κόμμα δεν επιτελεί  αυτή την λειτουργία, δεν συγκροτείται η πολιτική κοινωνία, άρα δεν συγκροτείται κράτος την πραγματικότητα.&lt;br /&gt;Το γεγονός ότι ιστορικά το κράτος στην Ελλάδα τον 19ο αιώνα προτάσσεται της κοινωνίας των πολιτών, επενεργεί αρνητικά μέχρι σήμερα γιατί δεν λειτούργησε ιστορικά ο φυσιολογικός μετασχηματισμός μίας κοινωνίας των πολιτών σε πολιτική κοινωνία. Αλλά τώρα πια, αυτό το έχουμε συνειδητοποιήσει και μπορούμε να καταλάβουμε πάρα πολύ καλά ότι τα οικονομικά, αναπτυξιακά και θεσμικά προβλήματα που έχει η χώρα μας στην αρχή του 21ου αιώνα, είναι καταγεγραμμένα ήδη από το 1840, δηλαδή λίγα μόλις χρόνια μετά την δημιουργία του ανεξάρτητου κράτους.&lt;br /&gt;Αυτό συνδέεται με την λειτουργία της Κυβέρνησης. &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;Το πρωθυπουργικοκεντρικό σύστημα καθιστά την Κυβέρνηση ένα μη δημοκρατικό όργανο&lt;/span&gt;, ένα δημοκρατικά νομιμοποιημένο όργανο που δεν λειτουργεί δημοκρατικά, δεν υπήρξε καμία Κυβέρνηση την περίοδο της Μεταπολίτευσης που να λειτούργησε με βάση τη συλλογικότητα και την πλειοψηφική αρχή. Άρα, πρέπει να αντιληφθούμε ότι η αλλαγή στην λειτουργία της Κυβέρνησης προϋποθέτει την αλλαγή στην λειτουργία των κομμάτων. Αφορά στην ανάγκη, τελικά, να δημιουργούμε την κρίσιμη πολιτική και διανοητική μάζα προκειμένου να λαμβάνονται αποφάσεις και πρωτοβουλίες ανατρεπτικού χαρακτήρα που διαθέτουν πολιτική υποστήριξη, συνοδεύονται από ουσιαστικό πολιτικό λόγο.&lt;br /&gt;Ούτε θα πραγματοποιηθεί ποτέ η μετάβαση από ένα κοινοβούλιο, το οποίο είναι γραφειοκρατικό και εν πολλοίς εικονικό, σε ένα κοινοβούλιο πραγματικό forum πολιτικών συζητήσεων, αν δεν απελευθερωθούν οι ίδιες οι πολιτικές δυνάμεις της χώρας, οι οποίες εγκλωβίζονται θεσμικά μέσα από την λειτουργία του κομματικού συστήματος και μέσα από την λειτουργία των ίδιων των άμεσων οργάνων του κράτους, δηλαδή μέσα από τον τρόπο λειτουργίας της Κυβέρνησης και μέσα από τον τρόπο λειτουργίας της Βουλής.&lt;br /&gt;Δεν φταίνε όμως μόνον τα κόμματα. &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;Φταίνε και οι προσλαμβάνουσες παραστάσεις της κοινωνίας&lt;/span&gt; η οποία αντιδρά απέναντι στην ιδέα ότι μπορεί να αλλάξει &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;ο τρόπος λειτουργίας των κομμάτων, της Βουλής και της Κυβέρνησης. Είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν η κοινωνία θέλει πράγματι κόμματα με εσωτερική δημοκρατία, εσωτερικές τάσεις και εσωκομματική αντιπολίτευση. Αν η κοινωνία ανέχεται διαφοροποιήσεις βουλευτών σε σχέση με τη γραμμή της κυβέρνησης ή του κόμματος και μια πραγματική συλλογική λειτουργία της κυβέρνησης αντί του παντοδύναμου πρωθυπουργού&lt;/span&gt;.&lt;br /&gt;Άρα, υπάρχει υψηλός βαθμός συνενοχής, όχι της κοινωνίας καθ΄εαυτήν, η οποία αθωώνεται πάντα μέσα από την ακατάβλητη δύναμη της δημοκρατικής αρχής, αλλά των προσλαμβανουσών παραστάσεων που έχει η κοινωνία των πολιτών. Και αυτό έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία.&lt;br /&gt;Αυτό μας φέρνει αντιμέτωπους και με το θεμελιώδες επίπεδο στο οποίο δοκιμάζεται η ποιότητα της δημοκρατίας και η ποιότητα της διοίκησης, που είναι &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;το επίπεδο της τοπικής αυτοδιοίκησης&lt;/span&gt;, το &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;επίπεδο του δήμου και το επίπεδο της νομαρχιακής αυτοδιοίκησης&lt;/span&gt;. Και αύριο, μετά από μία οργανωμένη και καλά σχεδιασμένη αλλαγή, το επίπεδο της &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;περιφερειακής αυτοδιοίκησης&lt;/span&gt; με ενσωματωμένες τις σημερινές νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις και το επίπεδο ενός ισχυρότερου δήμου μετά από ένα «Καποδίστρια 2».&lt;br /&gt;&lt;span style="font-weight: bold;"&gt;Αλλά προς τι; Αν δεν αλλάξουμε τις πολιτικές σχέσεις, τις νοοτροπίες, τις πρακτικές, τον βαθμό συμμετοχής των πολιτών, αν η τοπική δημοκρατία δεν λειτουργήσει με άλλους όρους και αν η ποιότητα παροχής υπηρεσιών δεν ενισχυθεί, αντιλαμβάνεστε ότι ουσιαστικά θα έχουμε επανέλθει στο ίδιο πρόβλημα μέσα από άλλους δρόμους. &lt;/span&gt;&lt;br /&gt;Άρα, πρέπει να περιγράψουμε τους στόχους με ένα πιο καθαρό και πιο ριζοσπαστικό τρόπο &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;για να χρησιμοποιήσουμε την διοικητική αναδιάρθρωση και την ολοκλήρωση της τοπικής αυτοδιοίκησης α’ και β’ βαθμού ως ένα μηχανισμό ριζοσπαστικής αναδιανομής των πολιτικών επιρροών&lt;/span&gt;. Να ανοίξουμε τον δρόμο στις δυνάμεις της Περιφέρειας, των τοπικών κοινωνιών, να αλλάξουμε τον τρόπο με τον οποίο μοιράζουμε χαρτιά. Τα χαρτιά είναι σημαδεμένα σε όλα τα επίπεδα και πρέπει αυτό να αλλάξει.&lt;br /&gt;Ακολουθώντας, λοιπόν, την λογική αυτή, συζητήσαμε σήμερα ένα άλλο μεγάλο πρόβλημα που συνδέεται άμεσα με το κράτος, &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;τη δικαιοσύνη, που είναι ο πυρήνας της κρατικής εξουσίας&lt;/span&gt;. Εκεί όπου νιώθεις την δύναμη επιβολής, νιώθεις την καταστολή στην πιο έντονη μορφή της. Εκεί, δηλαδή, που η απόφαση εκτελείται στο όνομα του ελληνικού λαού, αλλά σε οδηγεί στον περιορισμό της προσωπικής σου ελευθερίας.&lt;br /&gt;Και είναι προφανές ότι υπάρχει μία δέσμη γιγαντιαίων προβλημάτων της δικαιοσύνης. Μία δικαιοσύνη γραφειοκρατική, αδιαφανής, με πρόβλημα εσωτερικής ανεξαρτησίας, μία δικαιοσύνη που ελέγχει την διοίκηση για έλλειψη αιτιολογίας των αποφάσεων και δεν αιτιολογεί η ίδια τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου που αφορούν τη μοίρα των δικαστικών λειτουργών, μία δικαιοσύνη που με την ίδια ευκολία που προάγει κάποιον ή δεν προάγει, έρχεται η ίδια μετά με τον σχηματισμό της ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου και ανατρέπει την απόφαση. Μία δικαιοσύνη η οποία δεν σου προσφέρει στο βαθμό που θα πρέπει τις εγγυήσεις του νόμιμου δικαστή, εφ' όσον δεν ξέρεις ποια θα είναι η σύνθεση του δικαστηρίου ενώπιον του οποίου διεξάγεται η ακροαματική διαδικασία και ποια είναι η σύνθεση του δικαστηρίου που θα εκδώσει την απόφαση. Γιατί με ρύθμιση, που θα συζητηθεί αύριο στην Βουλή, μπορεί να είναι άλλο το δικαστήριο που ανέρχεται στην έδρα και άλλο το δικαστήριο που εκδίδει την απόφαση.&lt;br /&gt;Εδώ χρειάζεται μία τομή που να μας επιτρέπει να μιλήσουμε για μία δικαιοσύνη που δεν λειτουργεί ως φραγμός αναπτυξιακός, δεν λειτουργεί ως μηχανισμός αντι-αναπτυξιακός. Και βέβαια για μία δικαιοσύνη που δεν προκαλεί φόβο, αλλά προκαλεί αίσθημα ασφάλειας στους πολίτες.Όταν το πρόβλημα της ανασφάλειας δεν μπορείς να το αντιμετωπίσεις ούτε στον χώρο της δικαιοσύνης, όταν η δικαιοσύνη ως θεσμικό σύστημα αντί να παράγει βεβαιότητα και ασφάλεια, παράγει ανασφάλεια και απειλή, αντιλαμβάνεστε ότι υπάρχει ένα μείζον πρόβλημα κράτους δικαίου. Άρα χρειαζόμαστε μία ανακαίνιση των «πυρηνικών» χαρακτηριστικών του κράτους.&lt;br /&gt;Όπως βέβαια και μία &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;ανακαίνιση των βασικών δημοκρατικών χαρακτηριστικών&lt;/span&gt;, για αυτό και προσπάθησα να μιλήσω για &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;μετα-αντιπροσωπευτική δημοκρατία&lt;/span&gt;, δηλαδή για μία δημοκρατία η οποία δίνει ώθηση στην συμμετοχή, επαναπολιτικοποιεί τα θέματα, ανοίγει νέα πεδία προβληματισμού, επιτρέπει στον πολίτη να νιώσει ότι έχει αντικείμενο για να ασχοληθεί με την πολιτική.&lt;br /&gt;Όλα αυτά, βεβαίως, καταλήγουν στο &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;κλασικό πρόβλημα της δημόσιας διοίκησης&lt;/span&gt;, που το είδαμε στην τελευταία θεματική ενότητα. Μία δημόσια διοίκηση που λειτουργεί με μία παραδοσιακή κανονιστική αντίληψη, που λειτουργεί με μία «κάθετη» φορντιστική  διάρθρωση, δηλαδή με ένα βαρύ μοντέλο το οποίο προ πολλού έχει ξεπεραστεί σε μία σύγχρονη μεταβιομηχανική κοινωνία και οικονομία της γνώσης.&lt;br /&gt;Και εμείς καλούμαστε με αυτή την αντίληψη των Υπουργείων που συγκροτούν «κάθετες», «φεουδαρχικές» δομές, να λύσουμε προβλήματα που απαιτούν ευελιξία, που απαιτούν νέου τύπου έλεγχο των στόχων, που απαιτούν νέες μεθόδους εργασίας, που ουσιαστικά απαιτούν μία άλλη νοοτροπία για το κράτος ως μεγάλο οικονομικό σύστημα, μεγάλη οικονομική και αναπτυξιακή οντότητα πέραν του κοινωνικού ρόλου που επιτελεί το κράτος ως προστάτης του δημοσίου συμφέροντος.&lt;br /&gt;Αν δεν αλλάξουμε αυτή την αντίληψη, &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;αν δεν μεταβούμε, δηλαδή, από αυτή την φορντιστική και «κάθετη» σε μία  μετά-φορντιστική, «οριζόντια» και ευέλικτη προσέγγιση, δεν θα μπορέσουμε να λύσουμε κανένα πρόβλημα, δεν θα μπορέσουμε να αντιληφθούμε πώς εξελίσσονται τα προβλήματα.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: center;"&gt;***&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Αυτά όλα θέτουν, κατά την γνώμη μου, &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;το μείζον πολιτικό πρόβλημα της χώρας που είναι ταυτόχρονα πολιτικό, αναπτυξιακό και θεσμικό&lt;/span&gt;.&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Άρα, χρειάζεται πολιτική βούληση, αλλά χρειάζεται και σχέδιο, χρειάζεται να έχουμε συζητήσει τα θέματα αυτά και να τα έχουμε πει με ένα μη συμβατικό τρόπο.&lt;br /&gt;Θα συνεχίσουμε την συζήτηση διαδικτυακά. Οι εισηγήσεις και τα πρακτικά θα αναρτηθούν στο διαδίκτυο προκειμένου να τροφοδοτοθεί η συζήτηση αυτή.&lt;br /&gt;Χρειάζεται, λοιπόν, μέσα από την τριβή των ιδεών να παραχθεί  ο σπινθήρας μίας αλήθειας με την οποία μπορεί να μην συμφωνούμε όλοι, γιατί έχουμε πολιτικές, ιδεολογικές και άλλες διαφορές, αλλά σίγουρα συμφωνούμε με την διαπίστωση πως το πρόβλημα είναι μεγάλο, είναι επείγον, αλλά είναι και επιλύσιμο.&lt;br /&gt;Μπορεί να διατυπωθούν διαφορετικές πολιτικές προτάσεις αλλά αυτό που πρέπει να αναζητήσουμε είναι η συμφωνία, η μεγάλη κοινωνική συμφωνία γύρω από την προτεραιότητα του προβλήματος αυτού.&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1609159186292588994-8355102100817598451?l=cecl-epikairesparemvaseis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://cecl-epikairesparemvaseis.blogspot.com/feeds/8355102100817598451/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=1609159186292588994&amp;postID=8355102100817598451' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1609159186292588994/posts/default/8355102100817598451'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1609159186292588994/posts/default/8355102100817598451'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://cecl-epikairesparemvaseis.blogspot.com/2008/07/14-15042008_23.html' title='&quot;ΕΝΑ ΑΛΛΟ ΚΡΑΤΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΦΙΚΤΟ&quot;, 14-15/04/2008'/><author><name>CECL</name><uri>http://www.blogger.com/profile/12763879744371523610</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1609159186292588994.post-3339220026234331371</id><published>2008-07-23T01:58:00.000-07:00</published><updated>2008-08-25T04:16:33.441-07:00</updated><title type='text'></title><content type='html'>&lt;span style="font-weight: bold;"&gt;του Ευάγγελου Βενιζέλου, &lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-weight: bold;"&gt;ΕΝΑΡΚΤΗΡΙΑ ΟΜΙΛΙΑ&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Κυρίες και κύριοι, αγαπητές φίλες και αγαπητοί φίλοι, θέλω να συγχαρώ το Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου για την ιδέα που είχε να οργανώσει αυτό το συνέδριο θέτοντας το δάχτυλο εις τον τύπο των ήλων γιατί το κράτος βρίσκεται πράγματι στο επίκεντρο των δημοσίων συζητήσεων, είναι το πεδίο της πολιτικής, άρα είμαστε υποχρεωμένοι να ασχοληθούμε όσο μπορούμε πιο συστηματικά και υπεύθυνα με το κορυφαίο αυτό ζήτημα, το ζήτημα των ζητημάτων.&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Θέλω επίσης να ευχαριστήσω το Κέντρο και προσωπικά τον Δημήτρη Τσάτσο και τον Ξενοφώντα Κοντιάδη γιατί μου εμπιστεύτηκαν αυτή την γενική εισήγηση, ως προοίμιο στις έξι θεματικές ενότητες που θα ακολουθήσουν σήμερα και αύριο.&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;div style="text-align: center;"&gt;***&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Ι.1. Ένας συνάδελφος μου έλεγε σκωπτικά ότι ο τίτλος του συνεδρίου «Ένα άλλο κράτος είναι εφικτό» του θυμίζει ένα ρομαντικό σύνθημα περασμένων δεκαετιών που έλεγε «ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός».&lt;br /&gt;Ίσως το ζητούμενο του συνεδρίου να είναι μία περίεργη μορφή ουτοπίας, ένα είδος «κρατικιστικής» ουτοπίας. Άρα, είμαστε υποχρεωμένοι να μιλήσουμε όσο γίνεται πιο ελεύθερα, πιο ανοικτά, πιο ριζοσπαστικά, αν θέλουμε να κατανοήσουμε το πρόβλημα. Και αφ’ ης στιγμής κατανοήσουμε το πρόβλημα είναι βέβαιο ότι θα έχουμε διαμορφώσει και τις προϋποθέσεις επίλυσής του, μια που όλα τα προβλήματα που τίθενται, τουλάχιστον διανοητικά και πολιτικά, μπορούν κάποια στιγμή να βρουν και την πρακτική, την πολιτική τους λύση.&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;2. Η διεθνής οικονομική κρίση που βρίσκεται σε εξέλιξη εδώ και πολλούς μήνες και εντείνεται, αναδεικνύει κατά ένα περίεργο τρόπο και πάλι τον ρόλο του κράτους. Επιβάλλει &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;νέες μορφές κρατικού παρεμβατισμού και προστατευτισμού&lt;/span&gt; στις μεγάλες χώρες του καπιταλισμού. Στις ΗΠΑ και στην Μ. Βρετανία το κράτος καλείται με διάφορους τρόπους να παρέμβει προκειμένου να διασώσει χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και μάλιστα επενδυτικές τράπεζες και όχι τράπεζες αποταμιευτικού χαρακτήρα, άρα το ζήτημα δεν είναι η εγγύηση των καταθέσεων και η διαφύλαξη της δημόσιας πίστης αλλά η λειτουργία της χρηματοοικονομικής σφαίρας γενικότερα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;3. Ταυτόχρονα στην χώρα μας ζήσαμε, ζούμε μία πολύ μεγάλη πολιτική και κοινωνική ένταση με αφορμή το νέο ασφαλιστικό νόμο που βασίζεται στην παραδοχή πως το &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;ευρωπαϊκό κοινωνικό κράτος&lt;/span&gt;, διέρχεται μία βαθιά, σχεδόν αθεράπευτη, δημογραφική και δημοσιονομική κρίση που δήθεν, σπεύδω να πω, επιβάλλει περιορισμούς των κοινωνικών δικαιωμάτων.&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;br /&gt;4. Όλα αυτά έχουν ένα κοινό υπόστρωμα. &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;Το κράτος έχει καταστεί τις τελευταίες δεκαετίες, και σίγουρα τις δύο τελευταίες δεκαετίες, μία εξαιρετικά αντιπαθητική έννοια. &lt;/span&gt;Μία έννοια που ταυτίζεται με τον αυταρχισμό, τα πελατειακά δίκτυα, την αδιαφάνεια, την αναποτελεσματικότητα, τη μειωμένη παραγωγικότητα, την κατασπατάληση εθνικών πόρων.&lt;span style="font-weight: bold;"&gt; &lt;/span&gt;Ουσιαστικά με μία συντηρητική προσέγγιση των ζητημάτων. Το κράτος είναι μία έννοια κατασυκοφαντημένη από δύο διαφορετικές αλλά τελικά συγκλίνουσες οπτικές γωνίες.&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Η πρώτη οπτική γωνία, προφανής, και δυστυχώς αυταπόδεικτη, ήταν η παταγώδης ιστορική αποτυχία του υπαρκτού σοσιαλισμού. Η άλλη οπτική γωνία είναι η γνωστή ρητορεία, με στερεότυπα που έχουν επιβληθεί διεθνώς στον δημόσιο λόγο, της νεοφιλελεύθερης, όπως έχει επικρατήσει να λέγεται, αντίληψης για το κράτος, για την σχέση κράτους, οικονομίας και κοινωνίας. Κατά ένα περίεργο τρόπο το κράτος ταυτίζεται με το εξουσιαστικό φαινόμενο, με την καταστολή. Ενώ η κοινωνία, η κοινωνία των πολιτών, η οικονομία, η αγορά με ένα χώρο ελευθερίας, δημιουργίας, ανταγωνιστικότητας, παραγωγικότητας και άρα ευμάρειας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;5. Λίγοι είναι αυτοί που θυμούνται ότι η έννοια του δημόσιου αγαθού, &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;η έννοια του δημόσιου συμφέροντος, η ίδια η έννοια της πολιτικής συνδέεται ιστορικά με το κράτος&lt;/span&gt;. Και σίγουρα από τον 18ο αιώνα και μετά, ή για να είμαι ακόμα ακριβέστερος, με το ίδιο το φαινόμενο της νεωτερικότητας που ταυτίζεται με το συνταγματικό κράτος, με την λεγόμενη συνταγματική/ αντιπροσωπευτική δημοκρατία που ταυτίζεται με τη σειρά της με τον πολιτικό πολιτισμό ο οποίος βρίσκεται στον πυρήνα του ευρωπαϊκού κεκτημένου.&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;6. Έχει, λοιπόν, πάρα πολύ μεγάλη σημασία να δούμε αν αυτά τα στερεότυπα εξακολουθούν να ισχύουν ή αν μπορούμε να προσεγγίσουμε διαφορετικά το ζήτημα ανατρέποντας αυτό που έχει επιβληθεί ως φαινόμενο διεθνώς που είναι ένα εκρηκτικό τρίπτυχο, το οποίο περιλαμβάνει την &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;ιδιωτικοποίηση&lt;/span&gt;, την &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;διεθνοποίηση &lt;/span&gt;και την &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;αποπολιτικοποίηση &lt;/span&gt;του κράτους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;7. Βεβαίως το &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;εθνικό κράτος εξακολουθεί να ανθίσταται&lt;/span&gt;, ακόμα και στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως φάνηκε από την τύχη της Συνθήκης για την θέσπιση Ευρωπαϊκού Συντάγματος και την νέα περιπέτεια τώρα της μεταρρυθμιστικής Συνθήκης της Λισσαβόνας. Νέα εθνικά κράτη κάνουν την εμφάνισή τους συνεχώς, ιδίως μετά την διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και της Γιουγκοσλαβίας. Είναι άλλωστε πολύ νωπή η μονομερής διακήρυξη της ανεξαρτησίας του Κοσσυφοπεδίου. Επίσης το κρατικό φαινόμενο προκαλεί το ενδιαφέρον πολύ μεγάλων περιφερειακών ενοτήτων όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση που θέλουν να μοιάσουν με αυτό.&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;8. Άρα, έχει πολύ μεγάλη σημασία να δούμε &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;αν μπορούμε να ξαναμιλήσουμε για το κράτος ως έννοια&lt;/span&gt;. Έχει πολύ μεγάλη σημασία να δούμε αν μπορούμε να υπερβούμε το αυτονόητο της τάσης για ιδιωτικοποίηση όχι απλώς των δημόσιων επιχειρήσεων αλλά του φαινομένου του κράτους συνολικά. Και κυρίως να δούμε αν μπορεί να προταθεί μία άλλη αντίληψη για το κράτος. Γιατί εδώ συμβαίνει το εξής περίεργο. Οι πολίτες, στη μεγάλη τους πλειονότητα, φαίνεται να φοβούνται το κρατικό φαινόμενο, να δυσπιστούν, να το απορρίπτουν, να το θεωρούν ταυτόσημο με αρνητικές έννοιες. Αλλά από την άλλη μεριά οι πολίτες φαίνεται να περιμένουν τα πάντα από ένα άλλο κράτος, από ένα κράτος αντιγραφειοκρατικό, αποκεντρωμένο, λειτουργικό, ένα κράτος που σέβεται τον πολίτη, ένα κράτος που μπορεί να διατυπώσει και να εφαρμόσει δημόσιες πολιτικές.&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;9. Νομίζω ότι &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;ανεξάρτητα από το ποια επιλογή κάνει ο καθένας, όλοι πια ή σχεδόν όλοι συμφωνούν πως τα πάντα, λίγο ή πολύ, σχετίζονται με το κράτος&lt;/span&gt;: Το μοντέλο ανάπτυξης, η στήριξη των εισοδημάτων και ιδίως των χαμηλών και μεσαίων εισοδημάτων, η επένδυση στην παιδεία και την γνώση, η διαφύλαξη της κοινωνικής συνοχής και αλληλεγγύης, η προστασία του καταναλωτή, η αντιμετώπιση φαινομένων αισχροκέρδειας, το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη, η διαχείριση κρίσεων κάθε είδους από κρίσεις χρηματοοικονομικές μέχρι κρίσεις που αφορούν την εθνική ασφάλεια και τις φυσικές καταστροφές, η διασφάλιση της διαφάνειας, ο σεβασμός του περιβάλλοντος, η υπεράσπιση των ατομικών και ομαδικών δικαιωμάτων.&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Δεν μπορούμε να μιλάμε σοβαρά για τις εγγυήσεις ενός δημοκρατικού κράτους δικαίου, δεν μπορούμε να μιλάμε σοβαρά για τις εγγυήσεις ενός κοινωνικού κράτους που λειτουργεί ρυθμιστικά, εγγυητικά, παροχικά και αναδιανεμητικά, εάν δεν παραδεχθούμε ότι όλα αυτά πάντως προϋποθέτουν το κράτος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;10. Πιστεύω ότι &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;θύμα αυτής της ηγεμονίας των αντικρατικιστικών αντιλήψεων έχει πέσει και η ίδια η με την ευρεία έννοια Αριστερά&lt;/span&gt;. Και σίγουρα αυτό ισχύει για την Ευρωπαϊκή Σοσιαλιστική Αριστερά, για την Ευρωπαϊκή Κυβερνητική Αριστερά, για τα ευρωπαϊκά σοσιαλιστικά, σοσιαλδημοκρατικά και εργατικά κόμματα.&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Συνολικά η Αριστερά έπασχε πάντα από την έλλειψη μίας συγκροτημένης θεωρητικής αντίληψης για το κράτος. Είχε μία εργαλειακή αντίληψη που σε πολύ μεγάλο βαθμό, ως προς το αποτέλεσμά της, ταυτιζόταν με μία παραδοσιακή συντηρητική προσέγγιση του κρατικού φαινομένου. Έπρεπε να πασχίσουν πολλοί και για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα προκειμένου η προοδευτική σκέψη να απεγκλωβιστεί από αυτή την εργαλειακή προσέγγιση του κράτους και να αντιληφθεί ότι το κράτος δεν είναι ένα εργαλείο, δεν είναι ένας μηχανισμός, αλλά είναι ο θεσμός των θεσμών, η σχέση των σχέσεων, είναι η συμπύκνωση ενός συσχετισμού δυνάμεων. Είναι το πεδίο στο οποίο μάλιστα διαμορφώνεται ο πιο ευνοϊκός από τους συσχετισμούς, ο συσχετισμός των πολιτικών δυνάμεων που λόγω της εκλογικής ισότητας των πολιτών, λόγω της ίδιας της αρχής της δημοκρατίας, λόγω της λειτουργίας των δημοκρατικών θεσμών μπορεί να εξελιχθεί ευνοϊκότερα από ό,τι εξελίσσονται οι συσχετισμοί και στο επίπεδο της κοινωνίας των πολιτών και στο επίπεδο της οικονομίας.&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Έχει, λοιπόν, πάρα πολύ μεγάλη σημασία η προοδευτική σκέψη να απαλλαγεί από ορισμένα συμπλέγματα ενοχής και κατωτερότητας σε σχέση με την έννοια του κράτους ώστε να μπορέσει να μιλήσει ξανά για μία πολιτική στρατηγική που συνδέεται με το κράτος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;11. &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;Η άποψή μου είναι ότι όταν θέτουμε ως στόχο ένα άλλο κράτος, ένα ιδεώδες κράτος, ένα σύγχρονο κράτος δικαίου και διαφάνειας, ένα σύγχρονο αναπτυξιακό κοινωνικό κράτος, ένα κράτος - εγγυητή της ασφάλειας των πολιτών που μπορεί να στηρίξει συγκροτημένες αναπτυξιακές πολιτικές, ένα κράτος που προωθεί την πλήρη απασχόληση, ένα κράτος που λειτουργεί πραγματικά ως μηχανισμός αναδιανομής υπέρ των χαμηλών και μεσαίων εισοδημάτων, ένα κράτος οικολογικά ευαίσθητο, ένα κράτος αντιγραφειοκρατικό, αποκεντρωμένο, λειτουργικό, ουσιαστικά προτείνουμε μία ολοκληρωμένη πολιτική στρατηγική που αφορά όχι μόνον το πεδίο του κράτους, αλλά και της οικονομίας και της κοινωνίας. Στην εποχή μας το βασικό συγκριτικό πλεονέκτημα κάθε εθνικής οικονομίας, ιδίως σε περιοχές όπως η Ευρώπη, είναι η ποιότητα του κράτους:&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;ΙΙ. 1. Θα έλεγα, προκαταλαμβάνοντας κάπως την συζήτηση του πρώτου θέματος, ότι η πρόταση για την ανασυγκρότηση του κράτους με το περιεχόμενο που λίγο πολύ προσδιορίζουμε είναι αυτή καθ’ αυτή ένα ολοκληρωμένο μοντέλο ανάπτυξης που διαπερνά οριζόντια όλες τις δημόσιες πολιτικές, την εκπαιδευτική, την ερευνητική, την περιβαλλοντική, την αγροτική, την τουριστική και ούτω καθεξής. Θέτει από μόνη της πολύ καθαρούς αναπτυξιακούς και κοινωνικούς στόχους.&lt;br /&gt;Άλλωστε, όταν μιλάμε για μοντέλο ανάπτυξης, ουσιαστικά μιλούμε για μία δέσμη δημόσιων πολιτικών. Η αγορά, η οικονομία από μόνη της δεν μπορεί να συλλάβει και να θέσει σε εφαρμογή ένα μοντέλο ανάπτυξης. Μπορεί να λαμβάνει υπόψη της μακροοικονομικά και δημοσιονομικά δεδομένα, μπορεί να αναλύει το διεθνές και περιφερειακό περιβάλλον, μπορεί να γίνονται πολύ σοβαρές επιχειρηματικές επιλογές με μικροοικονομικά κριτήρια ή με επιχειρηματική και εμπορική και επενδυτική διαίσθηση, μπορεί να αναλύεται η εξέλιξη των χρηματιστηρίων και γενικά των αγορών χρήματος και κεφαλαίου, μπορεί κάθε επιχειρηματίας να βλέπει το δικό του επιχειρηματικό στόχο, αλλά είναι πάρα πολύ δύσκολο να συγκροτούνται εθνικά, περιφερειακά και τοπικά μοντέλα ανάπτυξης γιατί αυτά προϋποθέτουν πως υπάρχει μία οντότητα που έχει και την κανονιστική, την νομική και θεσμική δηλαδή, δυνατότητα αλλά και τον οικονομικό όγκο που απαιτείται προκειμένου να εφαρμοστούν αυτές οι δημόσιες πολιτικές. Προκειμένου να υποστηριχθούν στόχοι οι οποίοι τίθενται μέσα από την εφαρμογή των δημοκρατικών διαδικασιών, μέσα δηλαδή από την λειτουργία των θεσμών μίας σύγχρονης, αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας.&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Είναι, λοιπόν, πολύ σημαντικό να μιλήσουμε ξανά για την έννοια του μοντέλου ανάπτυξης. Μπορεί πράγματι μία οντότητα περιφερειακή, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση, να έχει μοντέλο ανάπτυξης πανευρωπαϊκών διαστάσεων; Μπορεί μία εθνική οικονομία με τα μεσαία μεγέθη της ελληνικής οικονομίας (που δεν είναι τόσο μικρά γιατί από πλευράς όγκου η ελληνική οικονομία κατέχει την 30η θέση διεθνώς) να έχει εθνικό μοντέλο ανάπτυξης πάνω στο οποίο μπορούν να συγκροτηθούν βεβαίως και τα περιφερειακά και τα τοπικά μοντέλα ανάπτυξης με στόχο την άρση των κραυγαλέων περιφερειακών ανισοτήτων, των κραυγαλέων ανισοτήτων ανάμεσα στο κέντρο και την ελληνική περιφέρεια που αποτυπώνεται και στατιστικά στην διαφορά μεγεθών ως προς το κατά κεφαλήν ΑΕΠ, παρότι αυτός δεν είναι ο ασφαλέστερος ή ο χαρακτηριστικότερος δείκτης;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Μία, νομίζω, παρατήρηση επιτρέπει να κατανοήσουμε το μέγεθος της σημασίας που έχει το κράτος ως σχεδιαστής και εφαρμοστής ενός μοντέλου ανάπτυξης: Για οικονομίες που επιδιώκουν οριακές βελτιώσεις, όπως είναι οι αναπτυγμένες δυτικές οικονομίες, οι ευρωπαϊκές οικονομίες, το πιο σημαντικό συγκριτικό πλεονέκτημα είναι - όπως είπαμε - η ποιότητα του κράτους, η ποιότητα της δημόσιας διοίκησης. Ο τρόπος με τον οποίο το κράτος αντιμετωπίζει την λειτουργία της αγοράς, την υποδοχή των επενδύσεων, ο τρόπος με τον οποίο το κράτος αντιλαμβάνεται τις προτεραιότητές του, την οικολογική ευαισθησία, την αειφορία, την επένδυση στην γνώση, την συγκρότηση των μεγάλων δημοσίων συστημάτων, όπως είναι το σύστημα της δημόσιας εκπαίδευσης ή της παροχής υπηρεσιών υγείας. Αυτό είναι το σημείο στο οποίο τελικά διακυβεύεται και κρίνεται η ανταγωνιστικότητα μίας εθνικής οικονομίας.&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Άρα, το μεγάλο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, το μεγάλο συγκριτικό πλεονέκτημα ή μειονέκτημα, είναι η ποιότητα του κράτους, είναι η ποιότητα της θεσμικής συγκρότησης, είναι η παραγωγικότητα του κράτους. Είναι, σε τελική ανάλυση, ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί η πολιτική κοινωνία η οποία, όπως και αν το κάνουμε, ήταν και είναι και θα είναι πάντα το ανώτερο στάδιο σε σχέση με την κοινωνία των πολιτών η οποία συμπεριλαμβάνει στους κόλπους της και την αγορά.&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;2. Στο χώρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και με βάση τις προσλαμβάνουσες παραστάσεις του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου, πρέπει να δούμε πώς αυτό το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;μπορεί να λειτουργήσει σήμερα ως ολοκληρωμένο μοντέλο ανάπτυξης όχι μόνον οικονομικής και κοινωνικής, αλλά και θεσμικής και πολιτιστικής αισθητικής&lt;/span&gt;.&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Θέλω εδώ να διευκρινίσω ότι αυτό αφορά κάθε πιθανή εκδοχή κοινωνικού κράτους στην Ευρώπη. Αυτό μπορεί να ισχύει εξίσου καλά για το βρετανικό μοντέλο, για το σκανδιναβικό μοντέλο, για το ηπειρωτικό- μεσογειακό μοντέλο γαλλο-ιταλο-ελληνικού τύπου. Σημασία έχει ότι η ίδια η έννοια του κοινωνικού κράτους επιβάλλει να ξεπεράσουμε τα επιχειρήματα και τις πραγματικότητες της δημογραφικής και δημοσιονομικής του κρίσης. Επιβάλλει να προσλάβει το κοινωνικό κράτος αναπτυξιακό χαρακτήρα και να πάψει να γίνεται αντιληπτό ως «ιδρυματικό» φαινόμενο. Έχει πολύ μεγάλη σημασία το ίδιο το κοινωνικό κράτος να αντιμετωπιστεί ως πεδίο αύξησης της απασχόλησης και του εθνικού πλούτου και όχι ως μία χοάνη απορρόφησης δημοσίων δαπανών. Όχι ως ένα πεδίο στο οποίο συντελείται απλώς η παροχική δράση του κράτους, ή έστω επιβάλλεται ο ρυθμιστικός του ρόλος. Κάτι που σε πολύ μεγάλο βαθμό το έχει πια επωμιστεί η Ευρωπαϊκή Ένωση που λειτουργεί ως «κοινωνικό κράτος» ρυθμιστικά, αλλά δεν λειτουργεί ούτε παροχικά ούτε αναδιανεμητικά, ελλείψει πόρων, γιατί δεν μπορεί με τον προϋπολογισμό της και τους τόσο χαμηλούς ιδίους πόρους να παίξει τον ρόλο αυτό.&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Είναι, λοιπόν, πολύ σημαντικό το κοινωνικό κράτος να γίνει αντιληπτό αναπτυξιακά αυτό καθ’ εαυτό: ως πεδίο δημιουργίας νέων θέσεων απασχόλησης, πεδίο επενδύσεων, πεδίο δημιουργίας νέου εθνικού πλούτου. Και όχι μόνο πλούτου διανοητικού μέσα από την λειτουργία ενός δημόσιου συστήματος εκπαίδευσης ή μέσα από την άσκηση μίας συνεπούς και διορατικής πολιτικής για την προώθηση της καινοτομίας, της έρευνας και της τεχνολογίας, αλλά συνολικά μέσα από την δημιουργία ενός νέου περιβάλλοντος ποιότητας ζωής. Το κοινωνικό κράτος μπορεί, μέσα από την αναβάθμιση συνολικά της παραγωγικότητας της εργασίας και της παραγωγικότητας του κεφαλαίου, να λειτουργήσει ως συντελεστής ανταγωνιστικότητας της εθνικής οικονομίας. Ένα τέτοιο σύγχρονο κοινωνικό κράτος μπορεί να λειτουργήσει πραγματικά αναδιανεμητικά. Δυστυχώς η χώρα μας πολύ απέχει από το να είναι ένα ολοκληρωμένο, έστω συμβατικό, ευρωπαϊκό κοινωνικό κράτος με τις υστερήσεις που έχουμε και οι οποίες διογκώνονται τα τελευταία χρόνια μέσα από την εγκατάλειψη όλων των μεγάλων δημοσίων συστημάτων: του εκπαιδευτικού, του υγειονομικού, του προνοιακού και ούτω καθεξής.&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;3. Έχει, λοιπόν, πολύ μεγάλη σημασία να δούμε τι είδους &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;θεσμικές αλλαγές&lt;/span&gt; και πόσο ριζικές πρέπει να είναι αυτές οι θεσμικές αλλαγές, πρέπει να γίνουν σε όλα τα δυνατά επίπεδα, &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;από το επίπεδο του πολιτικού συστήματος και του συστήματος διακυβέρνησης μέχρι το επίπεδο της δικαιοσύνης. Και από την βαθμίδα της Κυβέρνησης, του Πρωθυπουργού δηλαδή και του Υπουργικού Συμβουλίου, μέχρι την βαθμίδα του μικρού καποδιστριακού δήμου&lt;/span&gt;.&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Ξεκινάω με μία έννοια που μου είναι προσφιλής τον τελευταίο καιρό, από το αίτημα για μία μεταντιπροσωπευτική δημοκρατία, γιατί αν θέλουμε πραγματικά να μιλήσουμε για ένα άλλο τύπο κράτους, ουσιαστικά πρέπει να βρούμε τρόπους προκειμένου να ξεπεραστεί η κρίση πολιτικής αντιπροσώπευσης που υπάρχει, να μειωθεί ο πολιτικός αποκλεισμός μεγάλου μέρους των πολιτών.&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;Αυτό βεβαίως αφορά την καρδιά του πολιτικού συστήματος, στο οποίο είναι αφιερωμένη η τρίτη θεματική ενότητα, αφορά τα βασικά πολιτειακά όργανα, τον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας της Κυβέρνησης και της Βουλής, τον μετασχηματισμό των κομμάτων σε ανοικτά κόμματα, ένα ανανεωμένο συνδικαλιστικό κίνημα συμμετοχικό και αντιπελατειακό, μία ριζικά αναδιοργανωμένη Τοπική Αυτοδιοίκηση.&lt;br /&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Όλα αυτά δεν είναι μόνο αντικείμενο πολιτικής συζήτησης και άρα δεν εξαρτώνται μόνον από την διαμόρφωση της αναγκαίας πολιτικής βούλησης. Προσκρούουν και σε θεσμικά εμπόδια τα οποία πρέπει να ξεπεράσουμε, γιατί δεν είναι καθόλου αυτονόητο ότι αρκεί η πολιτική βούληση προκειμένου μία Κυβέρνηση να πάψει να λειτουργεί κατανεμημένη «κάθετα», σε κλειστά φέουδα υπουργείων άρα και υπουργικών αρμοδιοτήτων και να λειτουργήσει πράγματι συλλογικά, «οριζόντια», προωθώντας πολιτικές.&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Άρα, έχει πολύ μεγάλη σημασία να εξοικειώσουμε το ίδιο το πολιτικό προσωπικό, τα βασικά πολιτικά υποκείμενα, όπως είναι τα κόμματα, με αυτές τις νέες ανάγκες και με αυτούς τους νέους στόχους μίας μετά-αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας που είναι «δημοκρατία plus», που είναι μία δημοκρατία που αγωνίζεται να ξεπεράσει την μειωμένη πολιτική συμμετοχή, άρα να ξεπεράσει το άγχος του πολιτικού αποκλεισμού που είναι πρόβλημα πολύ μεγαλύτερο από τον κοινωνικό αποκλεισμό και τελικά λειτουργεί αντιοικονομικά, αντιπαραγωγικά και αντιαναπτυξιακά. Γιατί αυτό αναπαράγει και διογκώνει την δυσπιστία και τελικά δεν μας επιτρέπει να λάβουμε τις αναγκαίες πολιτικές αποφάσεις οι οποίες να μπορούν να εφαρμοστούν στηριγμένες από την πλειοψηφία της κοινωνίας. Δεν διαμορφώνεται, δηλαδή, η αναγκαία μεταρρυθμιστική, με την προοδευτική έννοια του όρου, συναίνεση.&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Οι μεταρρυθμίσεις είναι απολύτως αναγκαίες αλλά έχουν ανάγκη από πρόσημο. Προοδευτικές μεταρρυθμίσεις χωρίς συναίνεση, δηλαδή χωρίς βούληση ανατροπής, χωρίς ριζοσπαστικό φρόνημα, δεν μπορεί να έχεις.&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;4. &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;Αυτά που ισχύουν στο επίπεδο του πολιτικού συστήματος, στο επίπεδο του συστήματος διακυβέρνησης, με την στενή έννοια του όρου, ισχύουν και στο επίπεδο της δημόσιας διοίκησης&lt;/span&gt;. Είναι επείγον να φύγουμε από μία ασφυκτική νομική και κανονιστική αντίληψη για την δημόσια διοίκηση, μία αντίληψη που αναπαράγει διαρκώς γραφειοκρατικές αγκυλώσεις και να προσχωρήσουμε σε μία λειτουργική και επιχειρησιακή προσέγγιση που έχει ως στόχο την εξυπηρέτηση του πολίτη και την επιδίωξη των καλύτερων δυνατών αναπτυξιακών και κοινωνικών αποτελεσμάτων. Και η ίδια &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;η διοίκηση πρέπει να ξεφύγει από την παραδοσιακή, «κάθετη» διάρθρωσή της που ξεκινά από το επίπεδο του Υπουργικού Συμβουλίου και φτάνει στη χαμηλότερη διοικητική μονάδα της διοίκησης ή του οποιουδήποτε νομικού προσώπου του δημόσιου τομέα και να αντιληφθούμε την σημασία που έχει η «οριζόντια» οργάνωση που επιτρέπει την προώθηση συγκεκριμένων πολιτικών στόχων με μετρήσιμα αποτελέσματα&lt;/span&gt;.&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Αυτό που έγινε, για παράδειγμα, κατά την διάρκεια της ολυμπιακής προετοιμασίας, μπορεί να γίνει για μία σειρά από θέματα που αφορούν τις μεγάλες κοινωνικές προτεραιότητες. Τη μείωση της ανεργίας, τη μείωση της απόλυτης και της σχετικής φτώχειας, την στήριξη των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων, την προώθηση της καινοτομίας, την προστασία του περιβάλλοντος, την επιβολή άλλων ενεργειακών προτύπων, κάτι που ξεκινά από το επενδυτικό πρόγραμμα της ΔΕΗ και φτάνει στις ρυθμίσεις του γενικού οικοδομικού κανονισμού για τα ενεργειακά «έξυπνα» κτίρια.&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Αυτό όλο είναι ένα γιγαντιαίο έργο, αν έχει ζήσει κανείς από τα μέσα την εμπειρία του κράτους. Διότι το ζήτημα της κατανομής και της άσκησης αρμοδιοτήτων, η φεουδαρχική διαίρεση «κάθετου» χαρακτήρα που θυμίζει το φορντιστικό μοντέλο οργάνωσης της παραγωγής σε μία αρχαϊκή βιομηχανική κοινωνία δεν έχει καμία σχέση με μία μεταβιομηχανική, ευέλικτη, πολύπλοκη κοινωνία, με μία αντίστοιχη οικονομία που έχει τις δικές της ανάγκες και που απαιτεί ευελιξία, προσαρμοστικότητα, αναπροσαρμογή των στόχων, νέες μεθόδους μέτρησης των αποτελεσμάτων, πολύ καλή και διορατική έρευνα των συγκριτικών δεδομένων, συνεχή παρακολούθηση του διπλανού σου σε διεθνές επίπεδο για να δεις πού πηγαίνει αυτός και πώς πρέπει εσύ να προσαρμόζεις τα δικά σου βήματα.&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Υπάρχουν στο πλαίσιο αυτό και πολύ απλές κινήσεις που σηματοδοτούν μία άλλη αντίληψη. Τα &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;Κέντρα Εξυπηρέτησης Πολιτών&lt;/span&gt; που είναι ένα από τα μεγάλα έργα της περιόδου 2000-2004 θέλουν ενίσχυση και μία γενναιόδωρη αναβάθμιση προκειμένου να μετατραπούν σε ενιαία και ολοκληρωμένα σημεία επαφής του πολίτη με το υπό την ευρεία έννοια του όρου δημόσιο. Αλλά αυτό χρειάζεται ριζοσπαστική μεταφορά αρμοδιοτήτων, σχέση εμπιστοσύνης, επαρκή στελέχωση. Δεν είναι δυνατόν να λειτουργούν τα ΚΕΠ ως μικρογραφία όλων των προβλημάτων της δημόσιας διοίκησης και ιδίως των εργασιακών προβλημάτων, να απασχολούν προσωπικό με εργασιακή αβεβαιότητα, συμβασιούχους που δεν ξέρουν ποια είναι ακριβώς η νομική τους κατάσταση και να έχουμε αξίωση από αυτές τις νέες μονάδες να λειτουργήσουν ως πρότυπο σημείο επαφής του πολίτη με το δημόσιο.&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Μία άλλη πολύ εύκολη τομή θα ήταν η &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;θέσπιση ενός ενιαίου κώδικα σχέσεων κράτους και πολίτη&lt;/span&gt; που να διέπει, με ένα απλό και αντιγραφειοκρατικό τρόπο, όλες τις διοικητικές διαδικασίες, όλα τα θέματα έτσι ώστε να υπάρχει διαφάνεια ως προς τα δικαιώματα των πολιτών και τις αρμοδιότητες των επιμέρους υπηρεσιών και οργάνων, κάτι που η ίδια η ποιότητα της νομοθεσίας πολλές φορές δεν επιτρέπει να συμβεί. Αυτά είναι δύο κλασικά και αυτονόητα παραδείγματα.&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;5. Στο πεδίο της τοπικής αυτοδιοίκησης έχουμε επενδύσει εδώ και δεκαετίες πολλά και εξακολουθούμε να επενδύουμε πολλά εξωραΐζοντας ίσως την κατάσταση: γιατί &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;η τοπική αυτοδιοίκηση είναι θεσμός πολιτικής εκπροσώπησης των τοπικών κοινωνιών, θεσμός πίεσης αλλά ταυτόχρονα και επίπεδο στο οποίο ασκείται ενεργός διοίκηση&lt;/span&gt;. Και τα ζητήματα της διαφάνειας, της γραφειοκρατίας, του σεβασμού του πολίτη, του σεβασμού της νομιμότητας, τίθενται με πολύ οξύ τρόπο στο επίπεδο της τοπικής αυτοδιοίκησης, όπως και τα προβλήματα της πολιτικής συμμετοχής. Γιατί και εδώ η μετατροπή της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας τοπικού επιπέδου σε ένα δαιδαλώδες σύστημα αλλεπάλληλων βαθμίδων διαμεσολάβησης έχει ουσιαστικά αφαιρέσει από την τοπική αυτοδιοίκηση το ιστορικό της συστατικό που είναι η άμεση συμμετοχή του πολίτη στην διαχείριση των τοπικών υποθέσεων.&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Είναι πολύ δύσκολο να εξηγήσουμε, ακόμη και σε αυτούς που ασχολούνται με τα θέματα, ποια είναι η σχέση ανάμεσα στο αποκεντρωμένο περιφερειακό κράτος και την τοπική αυτοδιοίκηση α΄ και β΄ βαθμού. Η ίδια η έννοια του κράτους δοκιμάζεται όταν διασταυρώνεται με την έννοια της τοπικής υτοδιοίκησης, γιατί είναι πολύ διαδεδομένη η αντίληψη ότι η τοπική αυτοδιοίκηση δεν ανήκει στο κράτος. Αυτό όμως είναι μία νομικιστική αντίληψη περί κράτους, όπου το κράτος ταυτίζεται με το νομικό πρόσωπο του δημοσίου. Δεν είναι αυτή η πραγματικότητα που βιώνει ο πολίτης ο οποίος δεν έχει κανένα λόγο να γνωρίζει το πώς οργανώνεται συνταγματικά και νομοθετικά η κατανομή αρμοδιοτήτων ανάμεσα στις κεντρικές υπηρεσίες, τις περιφερειακές υπηρεσίες, τις αποκεντρωμένες υπηρεσίες, την καθ’ ύλη αυτοδιοίκηση μέσω νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, την τοπική αυτοδιοίκηση α΄ και β΄ βαθμού.&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Είναι πολύ δύσκολο να κατανοήσει ο πολίτης τι συνιστά αρμοδιότητα του υπουργού, τι του περιφερειάρχη, τι του νομάρχη και τι του δήμαρχου. Όμως ο ίδιος θέλει μία απάντηση όταν έρχεται σε επαφή με το κράτος υπό συνθήκες κρίσης δηλαδή ιδίως στον γιγαντιαίο πια τομέα της πολιτικής προστασίας, της διαχείρισης των κρίσεων, που επιβάλλει να λειτουργεί ο κρατικός μηχανισμός με ενότητα, αποτελεσματικότητα και ταχύτητα.&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Χρειάζεται, άρα, μία πολύ σοβαρή συζήτηση, ένας ειλικρινής και ανοικτός κοινωνικός διάλογος με στόχο την ριζική ανασυγκρότηση και του α΄ και του β΄ βαθμού. Θα μας δοθεί η ευκαιρία, με πολύ έγκυρη σύνθεση συζητητών, να προσεγγίσουμε τα θέματα αυτά.&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Στόχος πάντως είναι αναμφίβολα ένας ισχυρός δήμος μέσω ενός ολοκληρωμένου σχεδίου «Καποδίστριας 2», που πρέπει να φέρνει, αν μη τι άλλο, κοντά στον πολίτη όλες τις υπηρεσίες ενός σύγχρονου κοινωνικού κράτους: Συγκοινωνίες, παιδικοί σταθμοί, σχολεία, εγγυημένο επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης, προγράμματα κοινωνικής βοήθειας, πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας, εξατομικευμένες πολιτικές απασχόλησης για κάθε άνεργο, στήριξη των νέων στο ξεκίνημά τους, συνεργασία με τα δίκτυα των εθελοντικών οργανώσεων. Αυτά και πολλά άλλα πρέπει να είναι αρμοδιότητα του ισχυρού δήμου.&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Και παρότι έχουμε εδώ και καιρό σχεδόν όλοι αποδεχθεί την &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;περιφερειακή αυτοδιοίκηση&lt;/span&gt; ως Οργανισμό Τοπικής Αυτοδιοίκησης β΄ βαθμού, ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, με οργανικές μονάδες ενσωματωμένες σε αυτή τους σημερινούς νομούς, χρειάζεται πολύ μεγαλύτερη πίεση και πολύ μεγαλύτερη γενναιοδωρία του κεντρικού κράτους προκειμένου η περιφερειακή αυτοδιοίκηση να καταστεί μοχλός περιφερειακής ανάπτυξης και να απελευθερώσει τις κοινωνικές, οικονομικές, πολιτιστικές, διανοητικές και άρα αναπτυξιακές δυνάμεις της ελληνικής Περιφέρειας που ασφυκτιούν.&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Όλα αυτά μπορούν να γίνουν χωρίς να είναι αναγκαία μια απόλυτη θεσμική ομοιομορφία που πολύ συχνά μας εγκλωβίζει σε «κουτάκια». Άλλες ρυθμίσεις χρειάζονται για τα μεγάλα πολεοδομικά συγκροτήματα και την μητροπολιτική τους διοίκηση, άλλες προβλέψεις για το νησιωτικό δήμο το χειμερινό εξάμηνο με μειωμένο πληθυσμό και άλλες προβλέψεις για το νησιωτικό δήμο το θερινό εξάμηνο με πολλαπλάσιο πληθυσμό άρα με άλλες ανάγκες για υποδομές και στελέχωση.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;6. Έχει, λοιπόν, πολύ μεγάλη σημασία να θέσουμε τα προβλήματα αυτά με ένα πολυπρισματικό τρόπο. Πιστεύω δε ότι μέσα από αυτή την προσέγγιση μπορούμε να δώσουμε απάντηση και στην &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;ηθική κρίση του κράτους &lt;/span&gt;που είναι πια κρίση νομιμοποίησης βαθύτατη και αθεράπευτη.&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Παρότι εδώ υπάρχει μία άδικη μεταχείριση της κοινωνίας σε σχέση με το κράτος, γιατί η &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;διαφάνεια &lt;/span&gt;δεν είναι μόνον πρόβλημα του κράτους, πρόβλημα μόνον του δημοσίου τομέα. Παράγεται σε πολύ μεγάλο βαθμό μέσα από την αγορά, μέσα από την διαχείριση και την προώθηση των ιδιωτικών συμφερόντων. Η ίδια η κοινωνία των πολιτών δεν δίνει τα καλύτερα δυνατά παραδείγματα διαφάνειας ακόμη και όταν έχουμε μορφές κοινωνικού εθελοντισμού. Αναφέρομαι στην διαχείριση του λεγόμενου τρίτου τομέα. Επαναλαμβάνω την παλαιότερη πρότασή μου να σταματήσει αυτή η περίεργη «συνενοχική» σχέση κράτους και κοινωνίας. Ο πολίτης, το κίνημα των πολιτών μέσα από την συμμετοχή του να αναλάβει τον εγγυητικό ρόλο, τον εποπτικό ρόλο μέσα από μηχανισμούς παρακολούθησης και συμμετοχής που εγγυώνται τη νομιμότητα, την ισονομία και τη αξιοκρατία.&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Αλλά για να αντιμετωπιστεί η διαφορά που συνδέεται με τις ατυπίες της ελληνικής κοινωνίας, με το μέγεθος της παραοικονομίας, της εισφοροδιαφυγής και της φοροδιαφυγής, με τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά της ελληνικής οικονομίας, με το υψηλό ποσοστό αυτοαπασχολουμένων, με το μικρό μέσο μέγεθος της ελληνικής επιχείρησης, με την κακή ποιότητα της νομοθεσίας, πρέπει να προηγηθεί κάτι πολύ σημαντικό. &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;Να αντιληφθεί ο πολίτης ότι το νόμιμο συμφέρει, ότι το νόμιμο είναι φθηνότερο, γρηγορότερο και αποτελεσματικότερο από το παράνομο&lt;/span&gt;.&lt;br /&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Στο μέτρο που δεν πείθεται για αυτό, δεν πείθεται δηλαδή για το οικονομικό όφελός του από τον σεβασμό της νομιμότητας και την τήρηση των εγγυήσεων διαφάνειας, πιστεύω ότι σε πολύ μεγάλο βαθμό θα ματαιοπονούμε.&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Βέβαια για να γίνει αυτό, όπως είπα, &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;χρειάζεται μία άλλης ποιότητας νομοθεσία&lt;/span&gt;. Θέλουμε καλύτερο δίκαιο με λιγότερους νόμους, όπως έχει λεχθεί συνθηματικά. Η αρχή πρέπει να γίνει από τους κρίσιμους τομείς, όπως η φορολογική και πολεοδομική νομοθεσία. Θεωρώ ότι μια &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;συνολική εθνική κωδικοποίηση συνιστά στόχο εφάμιλλο του εθνικού κτηματολογίου&lt;/span&gt;. Και θα έπρεπε κανονικά να τεθεί ως αναπτυξιακή προτεραιότητα και να χρηματοδοτηθεί με τον τρόπο που χρηματοδοτείται το εθνικό κτηματολόγιο, παρότι οι πόροι που απαιτούνται είναι συντριπτικά λιγότεροι.&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style="font-weight: bold;"&gt;Ο ποιοτικός έλεγχος της νομοθεσίας&lt;/span&gt; που αποτελεί μέριμνα και του ΟΟΣΑ και του Συμβουλίου της Ευρώπης και παλαιότερα είχε απασχολήσει νομοπαρασκευαστικές επιτροπές στην χώρα μας χωρίς να έχουμε κάποιο ορατό αποτέλεσμα, μπορεί να βοηθήσει πάρα πολύ από την άποψη αυτή.&lt;br /&gt;Υπάρχουν τουλάχιστον 15 κριτήρια τα οποία πολύ εύκολα μπορούν να κωδικοποιηθούν και να μας επιτρέψουν να έχουμε καλύτερης ποιότητας νομοθεσία. Πέρα από τα αυτονόητα, δεν νοείται να έχεις προληπτικό έλεγχο συνταγματικότητας ή συμβατότητας με το ευρωπαϊκό κοινοτικό δίκαιο αλλά να μην έχεις όχι μόνον έλεγχο της δημοσιονομικής επιβάρυνσης και έλεγχο των φορολογικών, οικονομικών και αναπτυξιακών επιπτώσεων, να μην έχεις έλεγχο από πλευράς περιβαλλοντικών επιπτώσεων, από πλευράς επιπτώσεων στη ζωή των ανάπηρων και εμποδιζόμενων ατόμων, να μην ελέγχεις τις επιπτώσεις στην ισότητα των φύλων, να μην ελέγχεις την «νομοθετική οικονομία» (μήπως, δηλαδή, αυτό που ρυθμίζεις έχει ήδη ρυθμιστεί και απλώς το έχεις ξεχάσει). Δεν είναι δυνατόν να έχεις καλής ποιότητας νομοθεσία αν δεν έχεις περιοδική εκκαθάριση, περιοδικό έλεγχο της νομοθεσίας, άρα μία διαρκή κωδικοποίηση την οποία πρέπει να ανυψώσουμε στο επίπεδο του εθνικού αναπτυξιακού στόχου.&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Όλα αυτά τα προβλήματα - και θέλω να χαιρετίσω ιδιαιτέρως εδώ την παρουσία του Προέδρου της Ένωσης Εισαγγελέων, του κυρίου Σωτήρη Μπάγια που θα προεδρεύσει στην αντίστοιχη θεματική ενότητα - συμπλέκονται με την απαράδεκτη κατάσταση που επικρατεί στην ελληνική δικαιοσύνη. &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;Το πρόβλημα της ελληνικής δικαιοσύνης δεν είναι μόνον πρόβλημα κράτους δικαίου πια, είναι και πρόβλημα μοντέλου ανάπτυξης, είναι πρόβλημα αναπτυξιακό και κοινωνικό&lt;/span&gt;.&lt;br /&gt;Η γραφειοκρατία, η αδιαφάνεια και η έλλειψη εσωτερικής ανεξαρτησίας (γιατί έχουμε μιλήσει στην χώρα μας πάρα πολύ για την εξωτερική ανεξαρτησία και έχουμε αγνοήσει το καταλυτικό ζήτημα της εσωτερικής ανεξαρτησίας στην δικαιοσύνη) είναι κατά την γνώμη μου τα τρία μεγαλύτερα προβλήματα της δικαιοσύνης. Και βέβαια η μόνη μέθοδος ριζικής προσέγγισης είναι μία μεγάλη θεσμική συμφωνία ανάμεσα στην πολιτεία, τους δικηγορικούς συλλόγους και τις δικαστικές ενώσεις.&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Η εμπειρία μου και από το Υπουργείο Δικαιοσύνης μου λέει ότι αν δεν επιτευχθεί αυτή η θεσμική αναπτυξιακή συμφωνία ανάμεσα στην πολιτεία, τους δικηγορικούς συλλόγους αρχικά και στη συνέχεια τις δικαστικές ενώσεις, δεν μπορεί να γίνει καμία σοβαρή τομή. Και η τομή αυτή πρέπει να είναι η ριζική απογραφειοκρατικοποίηση της δικαιοσύνης, η ριζική δικονομική απλούστευση. Γίνονται μικροπαρεμβάσεις οι οποίες αποτυπώνονται και στο υπό ψήφιση, νομοσχέδιο για την επιτάχυνση των διοικητικών δικών, αλλά χρειάζεται τελείως διαφορετική προσέγγιση, πολύ πιο ανατρεπτική. Η εισαγωγή εναλλακτικών διαδικασιών με την συνεργασία των δικηγορικών συλλόγων, η θωράκιση της εσωτερικής ανεξαρτησίας για την προστασία της μεγάλης πλειονότητας των δικαστικών λειτουργών που ασκεί και θέλει να ασκεί ευόρκως αλλά με αίσθηση ανεξαρτησίας τα καθήκοντά της, είναι ορισμένοι από τους στόχους που πρέπει να τεθούν.&lt;br /&gt;Δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπίζουμε το ζήτημα της δικαιοσύνης με αντανακλαστικά του 19ου ή έστω του πρώτου μισού του 20ου αιώνα. Πρέπει να το αντιμετωπίσουμε και ως θεσμικό και ως οικονομικό μέγεθος και να αποφασίσουμε πως είναι αναγκαίο να γίνουν μία σειρά από τομές.&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;div style="text-align: center;"&gt;* * *&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Αντιλαμβάνεστε ότι θα μπορούσε ο κατάλογος των θεμάτων να συνεχίζεται επ’ άπειρον, γιατί τα πάντα τελικώς ανάγονται στο κράτος. Θα μπορούσαν τα παραδείγματά μου να είναι επεκταθούν στην προνοιακή πολιτική, στην εκπαιδευτική πολιτική, στην πολιτική υγείας.&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Όλα αυτά ή πάντως αρκετά από αυτά θα συζητηθούν αυτό το διήμερο. Το ζητούμενο είναι να αντιληφθούμε το μέγεθος της έννοιας του κρατικού φαινομένου στην αυγή του 21ου αιώνα και να θέσουμε ως στόχο αυτό που φαίνεται δύσκολο ή ακόμη και αδύνατο: π&lt;span style="font-weight: bold;"&gt;ως πράγματι ένα άλλο κράτος είναι εφικτό.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;Και αν αποδείξουμε ότι ένα άλλο κράτος είναι εφικτό, θα έχουμε κάνει το πρώτο βήμα για να πείσουμε πως μία άλλη πολιτική πρόταση είναι εφικτή.&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;Σας ευχαριστώ πολύ&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1609159186292588994-3339220026234331371?l=cecl-epikairesparemvaseis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://cecl-epikairesparemvaseis.blogspot.com/feeds/3339220026234331371/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=1609159186292588994&amp;postID=3339220026234331371' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1609159186292588994/posts/default/3339220026234331371'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1609159186292588994/posts/default/3339220026234331371'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://cecl-epikairesparemvaseis.blogspot.com/2008/07/14-15042008-0.html' title=''/><author><name>CECL</name><uri>http://www.blogger.com/profile/12763879744371523610</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1609159186292588994.post-1649427476726494077</id><published>2008-07-14T09:29:00.000-07:00</published><updated>2008-08-25T04:16:46.758-07:00</updated><title type='text'></title><content type='html'>&lt;div align="justify"&gt;του&lt;em&gt;&lt;strong&gt; Χρήστου Δερβένη,&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;&lt;/em&gt; &lt;/div&gt;&lt;div align="justify"&gt; &lt;/div&gt;&lt;div align="justify"&gt;Το κοινωνικό κράτος που οικοδομήθηκε κυρίως στη δυτική Ευρώπη μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο με βασικό συντελεστή και κύριο αν όχι αποκλειστικό χρηματοδότη το κράτος, σήμερα βρίσκεται σε μια μακροχρόνια κρίση. Μια σειρά από οικονομικές συγκυρίες στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1970 και στις αρχές του 1980 όπως επιβράδυνση της οικονομικής ανάπτυξης, αύξηση του πληθωρισμού και των δανειακών αναγκών του δημοσίου σαν συνέπεια του μεγάλου χάσματος μεταξύ δαπανών και εσόδων, αύξηση της ανεργίας οδήγησαν τις κυβερνήσεις, συντηρητικές στη πλειοψηφία τους αλλά όχι μόνο να οδηγηθούν σε σημαντικές μειώσεις των δαπανών για τη στήριξη των διαφόρων συντελεστών του κοινωνικού κράτους. Η λογική πίσω από πολιτικές που άρχισαν να εφαρμόζονται με την είσοδο στην δεκαετία του 1980 είχαν σα στόχο τη μεταφορά πόρων στη βιομηχανική παραγωγή, την μείωση του πληθωρισμού με ταυτόχρονη μείωση των φορολογικών συντελεστών προσδοκώντας στην αύξηση της παραγωγής, την οικονομική μεγέθυνση και την μείωση της ανεργίας. Είναι φανερό ότι οι πολιτικές αυτές έρχονται σε αντίθεση με τον ορθόδοξο Κεϊνσιανισμό που θα συνιστούσε αυξημένες κρατικές δαπάνες προκειμένου να αυξηθεί η συνολική ζήτηση ώστε να αυξηθεί η παραγωγή και να μειωθεί η ανεργία. Όλα αυτά βέβαια συνεβαίνανε ταυτόχρονα με μια δραματική αλλαγή του διεθνούς περιβάλλοντος που δεν επέτρεπε να συνεχιστεί η μεταπολεμική με υψηλούς ρυθμούς συσσώρευση κεφαλαίου και η δυνατότητα γενναιόδωρης χρηματοδότησης του κοινωνικού κράτους. Η εκτίμηση της εφαρμογής των πολιτικών που περιγράψαμε είχε σαν αποτέλεσμα την οικονομική ανάπτυξη και την σχετική μείωση της ανεργίας, για λίγο όμως σχετικά διάστημα, αλλά και την ταυτόχρονη εκτίναξη των κοινωνικών ανισοτήτων και περιθωριοποίησης μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού που στην Μεγ. Βρετανία οδήγησε σ αυτό που ονομάστηκε Divided Nation. Όλα αυτά βέβαια στην χώρα μας παίρνουν τα χαρακτηριστικά της ιδιότυπης οικονομικής, πολιτικής και πολιτιστικής διαδρομής που ακολουθήθηκε μετά τον πόλεμο και ιδιαίτερα μετά το τέλος του εμφυλίου. Στην Ελλάδα ποτέ δεν ολοκληρώθηκε ένα κοινωνικό κράτος που να διασφαλίζει ένα δίκτυο ασφάλειας για τους πολίτες της. Η οργάνωση και η χρηματοδότηση του ήταν συνεχώς ανεπαρκής, αν εξαιρέσει κανείς την επεκτατική κοινωνική πολιτική του πρώτου μισού της δεκαετίας του 1980. Έτσι σήμερα καλούμαστε να προσεγγίσουμε από την αρχή τη δυνατότητα της ανασυγκρότησης του κοινωνικού κράτους λαμβάνοντας υπόψη κυρίως τις εγχώριες ανεπάρκειες και τη διεθνή εμπειρία.&lt;br /&gt;Στη χώρα μας υπάρχει μια διαχρονική σύγχυση μεταξύ των εννοιών της υγείας και της υγειονομικής κάλυψης και φροντίδας. Η πρώτη υλοποιείται με την εφαρμογή ευρύτερων πολιτικών που αφορούν στο περιβάλλον, τη κατοικία, την εκπαίδευση, την απασχόληση ενώ η δεύτερη αφορά στην πρόληψη και θεραπεία της νόσου. Η σύγχυση αυτή κατά τη γνώμη μου υπάρχει και στη συνταγματική διατύπωση του δικαιώματος παρά την σημαντική συμβολή στην ερμηνεία του αντίστοιχου, ή των αντίστοιχων εδαφίων του Συντάγματος από διακεκριμένους επιστήμονες (Κοντιάδης, Ανθόπουλος, Παπακωνσταντίνου κ.ά). Για την οικονομία της συζήτησης θα επικεντρωθώ στα προβλήματα που αφορούν στην υγεία στη δεύτερη έννοια της. Στις δυνατότητες που υπάρχουν σήμερα για την οργάνωση ενός συστήματος υγείας, ως κύριου στοιχείου του κοινωνικού κράτους, που να μπορεί να διασφαλίσει στους πολίτες του ίση πρόσβαση και υψηλής ποιότητας υπηρεσίες. · Το περιβάλλον μέσα στο οποίο αναζητείται η διέξοδος του συστήματος υγείας και χαρακτηρίζεται από :&lt;/div&gt;&lt;ul&gt;&lt;li&gt;&lt;div align="justify"&gt;Το γεγονός ότι η κοινωνική διάρθρωση σήμερα δεν καθορίζεται μόνο από το εισόδημα αλλά και από τη θέση στον καταμερισμό της γνώσης. &lt;/div&gt;&lt;/li&gt;&lt;li&gt;&lt;div align="justify"&gt;Την ελλιπή του χρηματοδότηση του Συστήματος Υγείας&lt;/div&gt;&lt;/li&gt;&lt;li&gt;&lt;div align="justify"&gt;Την αλλαγή του νοσολογικού προτύπου λόγω κυρίως της γήρανσης του πληθυσμού και των επιλογών του τρόπου ζωής&lt;/div&gt;&lt;/li&gt;&lt;li&gt;&lt;div align="justify"&gt;Την επίπτωση των νέων τεχνολογιών συμπεριλαμβανομένων των φαρμάκων (500 εκ. € η είσοδος στην αγορά ενός νέου φαρμάκου) &lt;/div&gt;&lt;/li&gt;&lt;li&gt;&lt;div align="justify"&gt;Τις αυξημένες προσδοκίες και την διαμόρφωση νέων αξιών.&lt;/div&gt;&lt;/li&gt;&lt;/ul&gt;&lt;p align="justify"&gt;&lt;br /&gt;Επιγραμματικά οι προτάσεις που θα προσπαθήσω να επιχειρηματολογήσω για την αναγκαιότητα τους;&lt;/p&gt;&lt;ol&gt;&lt;li&gt;&lt;div align="justify"&gt;Οι υπηρεσίες υγείας αποτελούν όχι μόνο ένα από τους κρίσιμους πυλώνες του κοινωνικού κράτους αλλά και ισχυρό αναπτυξιακό εργαλείο αφού παράγει το 10% Του εθνικού εισοδήματος και απασχολεί τα 5% Του ενεργού εργατικού δυναμικού. Οι μονάδες υγείας αποτελούν επιχειρησιακές μονάδες ισόρροπης έντασης εργασίας και κεφαλαίου. Εκ του γεγονότος αυτού η ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού συμβάλλει αποφασιστικά και στην οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη αλλά και στην βελτίωση της ποιότητας του συστήματος. Η μείωση του κοινωνικού κόστους της ασθένειας.&lt;/div&gt;&lt;/li&gt;&lt;li&gt;&lt;div align="justify"&gt;Η κοινωνική πολιτική ασκείται μέσα από τη χρηματοδότηση – ασφαλιστικό σύστημα, και όχι μέσω της παραγωγής. Αυτό σημαίνει ότι το κράτος οφείλει να δημιουργήσει ένα υγιές ασφαλιστικό σύστημα, που μαζί με την εφαρμογή πολιτικής πραγματικών τιμών των υπηρεσιών θα δημιουργήσει ένα αποτελεσματικό σύστημα χρηματοδότησης που δεν δημιουργεί ελλειμματικές μονάδες με όλες τις συνέπειες.&lt;/div&gt;&lt;/li&gt;&lt;li&gt;&lt;div align="justify"&gt;Οφείλουμε να προσδιορίσουμε τον νέο ρόλο του κράτους. Η κοινωνική πολιτική δεν ασκείται υποχρεωτικά μέσω της κρατικής ιδιοκτησίας και παραγωγής αλλά από την δίκαια διανομή. Το κράτος δεν είναι εργαλείο που το χρησιμοποιεί ο καθένας σύμφωνα με τα συμφέροντά του. Το κράτος ως συμπύκνωση κοινωνικών αντιθέσεων και ανταγωνισμών (Ν. Πουλαντζάς) δεν εξασφαλίζει σε κάθε περίπτωση ότι θα λειτουργήσει ως υπηρέτης των λαϊκών συμφερόντων. &lt;/div&gt;&lt;/li&gt;&lt;li&gt;&lt;div align="justify"&gt;Ο κάθε πολίτης δεν ενδιαφέρεται αν η μονάδα που θα του παρέχει τις υπηρεσίες υγείας όταν τις χρειάζεται είναι κρατική ή ιδιωτική αλλά αν έχει δυνατότητα ελεύθερης πρόσβασης και οι υπηρεσίες είναι υψηλής ποιότητας. Συνεργασίες!!!!! (ιδιωτικο – Δημόσιο)&lt;/div&gt;&lt;/li&gt;&lt;li&gt;&lt;div align="justify"&gt;Στις αναπτυγμένες χώρες στο μεγαλύτερο βαθμό το πρόβλημα της πρόσβασης έχει λυθεί. Ακόμα και στην Ελλάδα ο κάθε πολίτης μπορεί να απευθυνθεί σε κάποια υπηρεσία, εξαιρουμένων κάποιων περιπτώσεων για γεωγραφικούς κυρίως λόγους. Οι ανισότητες του 21ου αιώνα είναι ανισότητες ποιότητας των υπηρεσιών. &lt;/div&gt;&lt;/li&gt;&lt;li&gt;&lt;div align="justify"&gt;Δεν υπάρχει τίποτε δωρεάν. Σύγχυση του δωρεάν και της μη πληρωμής την ώρα της χρήσης των υπηρεσιών. Λόγοι κοινωνικής δικαιοσύνης επιβάλλουν σε μια χώρα σαν την Ελλάδα με μια παραοικονομία που φθάνει στο 45% περίπου του Εθνικού εισοδήματος να εισάγει ιδιωτικές πληρωμές στο δημόσιο σύστημα. Δεν είναι δυνατή η επιβίωση του δημόσιου συστήματος όταν οι φορο-διεφεύγοντες και οι εισφορο-διαφεύγοντες να χρησιμοποιούν υπηρεσίες για τις οποίες δεν έχουν οι ίδιοι συμβάλλει. Μια τέτοια πρακτική διευρύνει τις κοινωνικές ανισότητες.&lt;/div&gt;&lt;/li&gt;&lt;li&gt;&lt;div align="justify"&gt;Τέλος, πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι η αντιμετώπιση των νοσημάτων του σημερινού νοσολογικού προτύπου (κυρίως νοσήματα «φθοράς» απαιτεί αυξημένο κόστος αφού τόσο η απαιτούμενη τεχνολογία όσο και τα νέα φάρμακα (λόγω και των νέων κανονισμών ασφάλειας) δημιουργούν πιέσεις τόσο δημοσιονομικές όσο και στο ασφαλιστικό σύστημα και συμβάλλουν στην αύξηση των κοινωνικών ανισοτήτων. &lt;/div&gt;&lt;/li&gt;&lt;li&gt;&lt;div align="justify"&gt;Ο ρόλος του κράτους σήμερα συνοψίζεται:&lt;/div&gt;&lt;/li&gt;&lt;/ol&gt;&lt;ul&gt;&lt;li&gt;&lt;div align="justify"&gt;Στην διασφάλιση της δημόσιας υγείας &lt;/div&gt;&lt;/li&gt;&lt;li&gt;&lt;div align="justify"&gt;Σ' ένα σύστημα χρηματοδότησης που να περιλαμβάνει το κράτος (κρατικός προϋπολογισμός, ασφαλιστικό σύστημα, ιδιωτικές πληρωμές) που να εξασφαλίζει την ισότιμη πρόσβαση αλλά κυρίως τη μέγιστη δυνατή ισότητα στην ποιότητα&lt;/div&gt;&lt;/li&gt;&lt;li&gt;&lt;div align="justify"&gt;Διασφάλιση της διαφάνειας και της ενδυνάμωσης. Οι πολίτες δεν πρέπει να θεωρούνται μόνο σαν απλοί καταναλωτές αλλά πρέπει να «ενδυναμώνονται» ώστε να γίνουν πραγματικοί συμμέτοχοι στην φροντίδα υγείας&lt;/div&gt;&lt;/li&gt;&lt;li&gt;&lt;div align="justify"&gt;Η φροντίδα που οι πολίτες απολαμβάνουν οφείλει να είναι αυτή που πραγματικά έχουν ανάγκη οι πολίτες και όχι αυτό που το ασφαλιστικό σύστημα μπορεί να καλύψει&lt;/div&gt;&lt;/li&gt;&lt;li&gt;&lt;div align="justify"&gt;Μείζων θέμα αποτελεί η διαφάνεια στη χρήση των κοινωνικών πόρων και στην πληροφορία για την αποτελεσματικότητα των μονάδων υγείας. Η χρηματοδότηση οφείλει να ακολουθεί το αποτέλεσμα.&lt;/div&gt;&lt;/li&gt;&lt;/ul&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1609159186292588994-1649427476726494077?l=cecl-epikairesparemvaseis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://cecl-epikairesparemvaseis.blogspot.com/feeds/1649427476726494077/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=1609159186292588994&amp;postID=1649427476726494077' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1609159186292588994/posts/default/1649427476726494077'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1609159186292588994/posts/default/1649427476726494077'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://cecl-epikairesparemvaseis.blogspot.com/2008/07/14-15042008_9611.html' title=''/><author><name>CECL</name><uri>http://www.blogger.com/profile/12763879744371523610</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1609159186292588994.post-4648187872302441909</id><published>2008-07-14T09:28:00.000-07:00</published><updated>2008-08-25T04:16:57.492-07:00</updated><title type='text'></title><content type='html'>&lt;p align="justify"&gt;του &lt;strong&gt;&lt;em&gt;Ναπολέοντα Μαραβέγια,&lt;/em&gt;&lt;/strong&gt; &lt;/p&gt;&lt;p align="justify"&gt;Το Κράτος τουλάχιστον στο δυτικό κόσμο αποτελεί συμπύκνωση του συσχετισμού των πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων, είναι ο υποκινητής της οικονομικής ανάπτυξης και ταυτόχρονα ο εγγυητής της κοινωνικής συνοχής ενός κοινωνικού σχηματισμού. Με άλλα λόγια, το Κράτος προωθεί την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και παράλληλα μεριμνά για την κοινωνική ειρήνη στο επίπεδο των παραγωγικών σχέσεων. Το ερώτημα όμως που τίθεται είναι αν αυτός ο ρόλος του Κράτους έχει περιοριστεί στη σημερινή εποχή λόγω της διεθνοποίησης των αγορών και της συμμετοχής στη διαδικασία της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης στην περίπτωση των χωρών που συμμετέχουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ειδικότερα στην τελευταία περίπτωση το ερώτημα είναι εάν οι αρμοδιότητες που έχει εκχωρήσει το Κράτος στα υπερεθνικά όργανα της Ε.Ε. στερούν ή έστω περιορίζουν την ικανότητα του να εκπληρώνει τον αναπτυξιακό και τον κοινωνικό του ρόλο. Νομίζουμε ότι ο ρόλος του Κράτους , ακόμα και στην περίπτωση χωρών που συμμετέχουν στη διαδικασία της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης, δεν μειώνεται, απλώς αλλάζει μορφή και γίνεται περισσότερο απαιτητικός. Στο σημερινό στάδιο της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης το Κράτος διαθέτει την αρμοδιότητα για την άσκηση της δημοσιονομικής πολιτικής δηλαδή, της αναδιανομής των εισοδημάτων και του πλούτου μέσα σε ορισμένα πλαίσια που καθορίζονται από το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης, το οποίο είναι υποχρεωμένες να τηρούν οι χώρες που συμμετέχουν στη ζώνη του Ευρώ, όπως η χώρα μας. Έτσι οι κρατικές δαπάνες, η άμεση φορολογία και το κοινωνικοασφαλιστικό σύστημα είναι αποκλειστικά εθνική υπόθεση. Συνεπώς οι προτεραιότητες των κρατικών δαπανών και της φορολόγησης παραμένουν στην ευχέρεια των εθνικών κυβερνήσεων. Είναι ζητήματα πολιτικών επιλογών με ιδεολογικό περιεχόμενο και αποτελούν αντικείμενο πολιτικής και ιδεολογικής αντιπαράθεσης μεταξύ των εθνικών πολιτικών κομμάτων. Βεβαίως, τα περιθώρια των κρατικών δαπανών διευρύνονται στην περίπτωση της Ελλάδας και άλλων χωρών-μελών της Ε.Ε, όπου εισρέουν πόροι από την Ευρωπαϊκή Ένωση στο πλαίσιο της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής και της Πολιτικής Συνοχής. Όμως και η κατανομή των κοινοτικών πόρων στο εσωτερικό της χώρας τουλάχιστον στην περίπτωση της Πολιτικής Συνοχής αποφασίζεται τελικά από την εκάστοτε κυβέρνηση ως αποτέλεσμα και πάλι των πολιτικών και ιδεολογικών επιλογών της. Τι έχει αλλάξει συνεπώς στο ρόλο του Κράτους; Δύο σημαντικές αρμοδιότητες έχουν εκχωρηθεί στα υπερεθνικά όργανα της Ε.Ε. Η εξωτερική εμπορική πολιτική και η νομισματική πολιτική. Έτσι το Κράτος δεν μπορεί να επιβάλει δασμολογικά εμπόδια έναντι των άλλων χωρών της Ε.Ε. και, μόνον όσα επιτρέπονται από την κοινή εμπορική πολιτική, έναντι τρίτων χωρών. Επίσης το Κράτος δεν μπορεί να καθορίζει τη συναλλαγματική ισοτιμία, εφόσον δεν διαθέτει εθνικό νόμισμα ούτε να ορίζει το ύψος των επιτοκίων. Η απώλεια των δύο αυτών αρμοδιοτήτων στερεί από το Κράτος τη δυνατότητα βραχυχρόνιας αύξησης της ανταγωνιστικότητας των εγχωρίων προϊόντων είτε μέσω της αύξησης των δασμών είτε μέσω της υποτίμησης του νομίσματός της και ταυτόχρονα την ευχέρεια να αντιμετωπίζει τους οικονομικούς κύκλους με τη μεταβολή των επιτοκίων. Η απώλεια όμως αυτών των εργαλείων πολιτικής αντισταθμίζεται τουλάχιστον στην περίπτωση της Ελλάδας με την εξασφάλιση σταθερότητας στις τιμές και την διατήρηση χαμηλών επιτοκίων. Έτσι δημιουργούνται ευνοϊκότερες συνθήκες οικονομικής ανάπτυξης λόγω του χαμηλού κόστους του χρήματος και της γενικότερης μακροοικονομικής σταθερότητας, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι η παραγωγικότητα της οικονομίας αυξάνεται με παρόμοιους ρυθμούς με αυτούς του μέσου όρου της παραγωγικότητας των οικονομιών των χωρών που ανήκουν στην Ευρωζώνη. Σε αντίθετη περίπτωση είτε αυξάνεται η ανεργία είτε μειώνονται οι πραγματικοί μισθοί. Οι απαιτήσεις συνεπώς για ένα διαφορετικό ρόλο του Κράτους αυξάνονται σ’ αυτές τις συνθήκες. Η λειτουργία του Κράτους ως υποκινητή της οικονομικής ανάπτυξης, μέσω της εξασφάλισης κατάλληλων συνθηκών για την αύξηση της παραγωγής και της παραγωγικότητας της οικονομίας, χωρίς τη δυνατότητα, τεχνητής έστω, αύξησης της ανταγωνιστικότητας της με δασμούς ή υποτιμήσεις, απαιτεί ένα συνδυασμό κατάλληλων πολιτικών επιλογών που θα εξασφαλίζουν ανταγωνιστικότητα στην οικονομία και βιωσιμότητα στην ανάπτυξη. Από την άλλη πλευρά η λειτουργία του Κράτους ως εγγυητή της κοινωνικής συνοχής, δηλαδή εξασφάλισης κοινωνικής ειρήνης μέσω της αναδιανομής, απαιτεί μια διαφορετική και πιο αποτελεσματική κοινωνική πολιτική. Οι εισηγητές αυτής της συνεδρίασης Γιάννης Καλογήρου και Γιάννης Μυλόπουλος καθώς και οι εισηγητές της επόμενης ενότητας πιστεύω ότι θα συνεισφέρουν στον προβληματισμό για ένα συνδυασμό αναπτυξιακής και κοινωνικής πολιτικής με οικολογική ευαισθησία.&lt;/p&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1609159186292588994-4648187872302441909?l=cecl-epikairesparemvaseis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://cecl-epikairesparemvaseis.blogspot.com/feeds/4648187872302441909/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=1609159186292588994&amp;postID=4648187872302441909' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1609159186292588994/posts/default/4648187872302441909'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1609159186292588994/posts/default/4648187872302441909'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://cecl-epikairesparemvaseis.blogspot.com/2008/07/14-15042008_1204.html' title=''/><author><name>CECL</name><uri>http://www.blogger.com/profile/12763879744371523610</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1609159186292588994.post-8903636627498517697</id><published>2008-07-14T09:27:00.000-07:00</published><updated>2008-08-25T04:17:07.170-07:00</updated><title type='text'></title><content type='html'>του &lt;em&gt;&lt;strong&gt;Ξενοφώντα Κοντιάδη,&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;&lt;/em&gt;&lt;strong&gt;Προτάσεις για μία νέα δημόσια διοίκηση&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;&lt;strong&gt;&lt;/strong&gt;&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="justify"&gt;Θέση 1η:&lt;br /&gt;Κρίνεται σκόπιμη η μετάβαση σε μια Κυβέρνηση-επιτελείο, με ευέλικτο σχήμα, με συλλογικότερη λειτουργία καθώς και με δυνατότητα αποτελεσματικής οριζόντιας δράσης ανά πεδίο πολιτικής και όχι μόνο ανά τομέα διοίκησης.&lt;br /&gt;Θέση 2η :&lt;br /&gt;Η συλλογική λειτουργία και ο επιτελικός ρόλος της Κυβέρνησης είναι αναγκαίο να υποστηριχθούν από μια Γενική Γραμματεία με στελέχωση και αρμοδιότητες τέτοιες, ώστε να επιτυγχάνεται η τεχνική υποστήριξη της Κυβέρνησης σε όλο το εύρος των δημόσιων πολιτικών.&lt;br /&gt;Θέση 3η :&lt;br /&gt;Τόσο οι επιτελικές λειτουργίες των Υπουργείων όσο και ο μεταξύ τους συντονισμός μπορούν να βελτιωθούν μέσα από το σχεδιασμό και την τεκμηρίωση των πολιτικών τους από αυτοτελείς μονάδες. Καθίσταται επιβεβλημένη η οργάνωση μονάδων στρατηγικού σχεδιασμού και τεκμηρίωσης σε κάθε Υπουργείο.&lt;br /&gt;Θέση 4η :&lt;br /&gt;Οι αρμοδιότητες αναπτυξιακού σχεδιασμού σε περιφερειακό επίπεδο είναι σκόπιμο να ανατεθούν σε λιγότερες, αυτοδιοικούμενες περιφέρειες.&lt;br /&gt;Θέση 5η :&lt;br /&gt;Απαιτείται άμεσα η ανάληψη πρωτοβουλιών στο πλαίσιο της κανονιστικής μεταρρύθμισης, για τον περιορισμό των διοικητικών επιβαρύνσεων.&lt;br /&gt;Θέση 6η :&lt;br /&gt;Απαιτείται να εφαρμοστεί και στη χώρα μας μια μέθοδος ολοκληρωμένης και ουσιαστικής ανάλυσης των κανονιστικών επιπτώσεων κάθε ρύθμισης (ΑΚΕ/Regulatory Impact Assesment), προκειμένου αφ’ ενός να βελτιωθεί η ποιότητα των νομοθετικών ρυθμίσεων και αφ’ ετέρου να επιτευχθεί η απλούστευση του ρυθμιστικού περιβάλλοντος.&lt;br /&gt;Θέση 7η :&lt;br /&gt;Στο επίκεντρο κάθε θεσμικής μεταρρύθμισης πρέπει να τεθεί η δημόσια διαβούλευση.&lt;br /&gt;Θέση 8η :&lt;br /&gt;Απαιτείται η αναδιοργάνωση του συστήματος προσλήψεων κατά τρόπο ώστε να θωρακιστεί ο αδιάβλητος χαρακτήρας της διαδικασίας επιλογής, εξασφαλίζοντας όμως ταυτόχρονα την επιλογή όχι απλώς των επικρατέστερων βάσει τυπικών προσόντων, αλλά των ουσιαστικά αξιότερων και καταλληλότερων για κάθε εξειδικευμένη διοικητική υπηρεσία.&lt;br /&gt;Θέση 9η :&lt;br /&gt;Απαιτείται λοιπόν η επαναξιολόγηση και ο ανασχεδιασμός των θέσεων εργασίας, ως εργαλείου σύζευξης και εξισορρόπησης της οργανωσιακής αποτελεσματικότητας και της ατομικής ικανοποίησης των εργαζομένων.&lt;br /&gt;Θέση 10η :&lt;br /&gt;Σκόπιμη είναι η αξιοποίηση νέων εργαλείων, μεθόδων και διαδικασιών διοικητικής λειτουργίας, όπως η χρηματοδότηση με γνώμονα τα αποτελέσματα, το μάνατζμεντ ποιότητας, το benchmarking, τα συστήματα ελέγχου και μέτρησης απόδοσης, το balanced scorecard και το στρατηγικό μάνατζμεντ.&lt;br /&gt;Θέση 11η :&lt;br /&gt;Η νέα δημόσια διοίκηση καλείται να υιοθετήσει εργαλεία διοίκησης αποδοτικότητας (performance management), δηλαδή συνεχών και συνεκτικών αξιολογήσεων των ασκούμενων πολιτικών, που αντικαθιστούν τις πολιτικές μέτρησης αποδοτικότητας, δηλαδή περιοδικής αξιολόγησης των αποτελεσμάτων μιας οργάνωσης.&lt;br /&gt;Θέση 12η :Πέρα από την ενδυνάμωση των ελεγκτικών αρχών και μηχανισμών, είναι εξαιρετικά κρίσιμη η μείωση των σημείων άμεσης επαφής μεταξύ διοίκησης και πολίτη.&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1609159186292588994-8903636627498517697?l=cecl-epikairesparemvaseis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://cecl-epikairesparemvaseis.blogspot.com/feeds/8903636627498517697/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=1609159186292588994&amp;postID=8903636627498517697' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1609159186292588994/posts/default/8903636627498517697'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1609159186292588994/posts/default/8903636627498517697'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://cecl-epikairesparemvaseis.blogspot.com/2008/07/14-15042008_6978.html' title=''/><author><name>CECL</name><uri>http://www.blogger.com/profile/12763879744371523610</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1609159186292588994.post-2894142177709725192</id><published>2008-07-14T09:17:00.000-07:00</published><updated>2008-08-25T04:17:22.570-07:00</updated><title type='text'></title><content type='html'>&lt;p&gt;του &lt;em&gt;&lt;strong&gt;Θανάση Κανταρτζή, &lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;&lt;/em&gt;&lt;/p&gt;&lt;p&gt;&lt;em&gt;&lt;strong&gt;&lt;/strong&gt;&lt;/em&gt;&lt;strong&gt;Μια νέα τοπική αυτοδιοίκηση: από τη διεκδίκηση πόρων και αρμοδιοτήτων στην ανασύσταση των τοπικών κοινωνιών&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;&lt;strong&gt;&lt;/strong&gt;&lt;/em&gt;&lt;/p&gt;&lt;p align="justify"&gt;Σε ένα κόσμο που αλλάζει με ραγδαίους ρυθμούς, δεν θα μπορούσε να μην αλλάζει και η Ελλάδα. Να αλλάζει ως χώρα, ως πραγματικότητα, να αλλάζει και σε σχέση με τον διεθνή καταμερισμό. Οι πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις στον κόσμο και στην Ευρώπη επιβάλλουν, επομένως, να ξαναδούμε όλες τις δομές και τις λειτουργίες που ρυθμίζουν τη ζωή του τόπου –από το κράτος μέχρι την αυτοδιοίκηση. Σε αυτό το πλαίσιο, ακριβώς, οφείλουμε να ξαναδούμε το ρόλο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης στην ανασύσταση του κοινωνικού ιστού, την τοπική ανάπτυξη και την προσφορά υπηρεσιών στους κατοίκους-δημότες-πολίτες.&lt;br /&gt;Δεν έχει νόημα, άλλωστε, να κάνουμε πως δεν βλέπουμε ότι αλλάζει το αναπτυξιακό μοντέλο σε όλο το δυτικό κόσμο, ότι αλλάζουν τα «εργαλεία» που χρησιμοποιούνται, και ότι διαφοροποιείται ο ρόλος του δημοσίου και του κοινωνικού τομέα της οικονομίας και η σχέση τους με τον ιδιωτικό. Δεν έχει νόημα να παραβλέπουμε το γεγονός ότι πολλές από τις εξελίξεις έχουν οδηγήσει σε μια κάποια διάρρηξη του κοινωνικού ιστού, άλλοτε μικρότερης σημασίας και άλλοτε βαθύτερη. Σε τελική ανάλυση, μόνον αν αντικρύσουμε με σθένος τις αλλαγές, θα είμαστε σε θέση να τις προσαρμόσουμε στις απαιτήσεις και στις ανάγκες μας καθώς και στις δικές μας πολιτικές, δίνοντας τις λύσεις που έχουν ανάγκη οι πολίτες.&lt;br /&gt;Η ανάγκη επαναπροσδιορισμού του ρόλου της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, γίνεται ακόμη επιτακτικότερη ενόψει των μεταρρυθμίσεων που, ώριμες πια, βρίσκονται προ των πυλών καθώς φαίνεται να συμπίπτει η βούληση της κυβέρνησης και των κομμάτων με εκείνη των ίδιων των αιρετών. Βρισκόμαστε πλέον σε αναμονή μιας ευρύτερης σημασίας διοικητικής μεταρρύθμισης η οποία δεν αφορά απλώς κάποια επίπεδα διοίκησης, ούτε σταματά στην ισχυροποίηση της πρωτοβάθμιας αυτοδιοίκηση, την οργανωτική και λειτουργική αναβάθμιση της δευτεροβάθμιας αυτοδιοίκησης ή τη θεσμοθέτηση μητροπολιτικής διακυβέρνησης.&lt;br /&gt;Οι μεταρρυθμίσεις που σχεδιάζονται θα πετύχουν εφόσον αντιμετωπιστούν όχι ως απλή διοικητική μεταρρύθμιση αυτοδιοικητικών βαθμών και επιπέδων αλλά ως το «κλειδί» μιας ευρύτερης και συνολικότερης μεταρρύθμισης του κράτους που:&lt;br /&gt;θα οδηγήσει σε ένα επιτελικό κράτος, το οποίο θα ενισχύσει το ρυθμιστικό του ρόλο και θα αναβαθμίσει την ικανότητα στρατηγικού σχεδιασμού διαμορφώνοντας τους κατάλληλους μηχανισμούς και τα στελέχη που θα είναι σε θέση να υλοποιήσουν τους στόχους που τίθενται, διασφαλίζοντας συνέργιες μεταξύ των διαφόρων επιπέδων και τομέων διοίκησης και, βέβαια, την ποσοτική, ποιοτική και οικονομική αντιστοίχηση των παραγόμενων αποτελεσμάτων. Μόνον έτσι θα καταστεί δυνατή η διαμόρφωση του κατάλληλου περιβάλλοντος που, με την αποτελεσματική ενσωμάτωση και των νέων τεχνολογιών, θα οδηγήσει σε μια άλλη οικονομική ανάπτυξη, στην επίτευξη αποτελεσμάτων ορατών στους πολίτες.&lt;br /&gt;θα απλοποιήσει τις διαδικασίες με στόχο, τόσο την πάταξη της γραφειοκρατίας (και της συνακόλουθης διαφθοράς) όσο και την προσαρμογή των λειτουργιών της διοικητικής μηχανής στις νέες απαιτήσεις της ψηφιακής διακυβέρνησης οι οποίες αναδύονται διεθνώς επιβάλλοντας και νέες ταχύτητες στην καθημερινότητα και, φυσικά, και στην εξυπηρέτηση των πολιτών&lt;br /&gt;θα ξεκαθαρίσει τον κυκεώνα αρμοδιοτήτων ανάμεσα στα διαφορετικά επίπεδα διοίκησης ώστε να πάψουν οι αλληλεπικαλύψεις και τόσο ο πολίτης όσο και ο επιχειρηματίας να απευθύνονται για κάθε θέμα σε έναν και μόνο φορέα που θα έχει ολοκληρωμένες αρμοδιότητες ή, τουλάχιστον, θα έχει πλήρη την ευθύνη για την εξεύρεση της ζητούμενης λύσης&lt;br /&gt;θα οδηγήσει, μέσω της φορολογικής αποκέντρωσης σε μια «Αυτοδιοίκηση της ευθύνης» η οποία, στο πλαίσιο ενός ενιαίου φορολογικού συστήματος, θα έχει την αρμοδιότητα συλλογής κάποιων από τους φόρους που αναλογούν στους πολίτες. Κατ’ αυτόν τον τρόπο οι πολίτες θα γνώριζαν πού πάει η φορολογητέα ύλη, και οι δήμοι θα ασκούσαν διοίκηση υπό το βάρος αυτής της πολύ συγκεκριμένης ευθύνης. Με την ταυτόχρονη αλλαγή του τρόπου οργάνωσης της λειτουργίας τους ώστε να ενσωματωθούν οι αρχές του σύγχρονου μάνατζμεντ και με παράλληλη ψηφιοποίηση των διαδικασιών ώστε να υπάρχει η δυνατότητα on line ελέγχου από τους ενδιαφερόμενους, τους ελεγκτικούς μηχανισμούς, τους ίδιους τους πολίτες, θα είχαμε αποτελεσματικότερη διαχείριση και μεγαλύτερη διαφάνεια&lt;br /&gt;θα επιτρέψει στην Ελλάδα να συμβαδίσει με την περιφερειακή δομή και λειτουργία που προωθεί η Ευρωπαϊκή Ένωση. Το ευρωπαϊκό κεκτημένο, που προϋποθέτει τη συνέργια μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης, επιτελικού κράτους, περιφερειών και τοπικής αυτοδιοίκησης με στόχο τη χάραξη και υλοποίηση πολιτικών στόχων μέσα από ευρύτατες διαδικασίες κοινωνικής αλλά και διοικητικής διαβούλευσης, αποδεικνύει ότι υπάρχει ένα αποτελεσματικό μοντέλο.&lt;br /&gt;Η ανάγκη διοικητικής μεταρρύθμισης δεν προκύπτει απλά ως ανάγκη εναρμόνισης, ή προσαρμογής στα ευρωπαϊκά δεδομένα. Είναι προϋπόθεση υπέρβασης των δυνάμεων αδράνειας που ταλανίζουν το δημόσιο βίο. Είναι όρος δημιουργίας ενός σύγχρονα οργανωμένου κράτους που θα αξιοποιεί αποτελεσματικά τους δημόσιους πόρους. Σε τελική ανάλυση, κοινός παρανομαστής όλων των μεταρρυθμίσεων είναι ένα λιγότερο συγκεντρωτικό κράτος με επιτελικό ρόλο.&lt;br /&gt;Η υλοποίηση μιας τέτοιας μεταρρύθμισης η οποία θα οδηγήσει το ελληνικό Κράτος σε ριζικό μετασχηματισμό, προϋποθέτει ένα συνολικό σχέδιο που θα ξεφύγει από τον πειρασμό της αποσπασματικότητας που περιόρισε την τελική εμβέλεια τόσων προσπαθειών του παρελθόντος. Η διοικητική μεταρρύθμιση που βρίσκεται προ των πυλών δεν αφορά απλώς κάποια επίπεδα διοίκησης, δεν σταματά στην ισχυροποίηση της πρωτοβάθμιας αυτοδιοίκηση, την οργανωτική και λειτουργική αναβάθμιση της δευτεροβάθμιας αυτοδιοίκησης και τη θεσμοθέτηση μητροπολιτικής διακυβέρνησης.&lt;br /&gt;Στην πραγματικότητα, πρόκειται για μια μεταρρύθμιση που θα δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για μια νέα πραγματικότητα στη φυσιογνωμία του κράτος που πρέπει να γίνει επιτελικό. Η μεταβίβαση σημαντικών κρατικών αρμοδιοτήτων, από αυτές που αφορούν στην αναπτυξιακή διαδικασία μέχρι εκείνες που άπτονται της οικιστικής ανάπτυξης ή της άσκησης κοινωνικής πολιτικής, θα αλλάξει ριζικά τον τρόπο λειτουργίας των ίδιων των υπουργείων καθώς και της αποκεντρωμένης κρατικής διοίκησης που πρέπει να μάθει να σχεδιάζει και να συντονίζει.&lt;br /&gt;Ειδικότερα όσον αφορά στην Αυτοδιοίκηση, οι Δήμοι οφείλουν να μετατραπούν από μονάδες υλοποίησης μικρότερων ή μεγαλύτερων έργων, διαδικασία που μετά από τρία Κοινοτικά Πλαίσια Στήριξης, σε μεγάλο βαθμό έχει ολοκληρώσει τον κύκλο της, σε μονάδες&lt;br /&gt;αποτελεσματικής προσφοράς ταχύτατων, αποτελεσματικών και λειτουργικών υπηρεσιών για κάθε τομέα δράσης, από την οικονομία μέχρι το περιβάλλον και την κάθε πτυχή της καθημερινότητας&lt;br /&gt;υλοποίησης παρεμβάσεων μεγάλης κλίμακας οι οποίες θα συμβάλλουν στην διαμόρφωση και εξέλιξη των πόλεων, ειδικά της περιφέρειας, σε νέους υπερτοπικούς πόλους.&lt;br /&gt;Κατ’ αυτόν τον τρόπο οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης θα δημιουργήσουν το κατάλληλο περιβάλλον για τις αλλαγές στην καθημερινότητα του πολίτη και για την ανάπτυξη της τοπικής επιχειρηματικότητας, σε συνεργασία με τον ιδιωτικό και τον κοινωνικό τομέα της οικονομίας.&lt;br /&gt;Η προοπτική του νέου ρόλου της Αυτοδιοίκησης επιβάλλει να αναλογιστούμε πόσα εμπόδια δημιουργεί το γεγονός ότι, ενώ οι Δήμοι καλούνται να διαχειριστούν πολλαπλάσια χρήματα από το πολύ άμεσο παρελθόν, και βέβαια πολλαπλάσιες αρμοδιότητες αλλά και περισσότερες υποδομές και ανθρώπινο δυναμικό, έχουν διατηρήσει δομές αλλά και αντιλήψεις διοίκησης, διαχείρισης και λειτουργίας που αντιστοιχούν στις ανάγκες της προηγούμενης εποχής. Και επομένως λειτουργούν ως τροχοπέδη κάθε προσπάθειας μετάβασης σε μια νέα εποχή, κάθε προσπάθεια να χρησιμοποιηθούν νέα «εργαλεία» και να υλοποιηθούν νέοι στόχοι. Στο σημείο που φτάσαμε, δεν έχει νόημα να προχωρήσουμε σε συνένωση των υφιστάμενων αδυναμιών των Δήμων ή και των δευτεροβάθμιων Οργανισμών Αυτοδιοίκησης. Αν μη τι άλλο, γιατί αυτό που θα προκύψει κινδυνεύουμε να μην είναι απλά το άθροισμα αλλά μάλλον το γινόμενο υφιστάμενων αδυναμιών…&lt;br /&gt;Επιπλέον, οι συνενώσεις που θα δημιουργήσουν μεγαλύτερους, κι επομένως πιο απομακρυσμένους από τον πολίτη ΟΤΑ, θέτουν επί τάπητος κι ένα άλλο ζήτημα το οποίο αφορά στην ίδια τη λειτουργία της αυτοδιοίκησης ως δημοκρατικού θεσμού. Αφορούν την ανάγκη να σχεδιαστούν και να υλοποιηθούν λειτουργικές αλλαγές από το ρόλο του δημοτικού συμβουλίου μέχρι την αναβάθμιση των δομών τοπικής εκπροσώπησης. Αφορούν την ανάγκη να σχεδιαστούν και να υλοποιηθούν οι αλλαγές εκείνες της δομής του κάθε Δήμου οι οποίες θα διασφαλίσουν την επαφή και την αμφίδρομη επικοινωνία με τον πολίτη, τη διαφάνεια, το δημόσιο έλεγχο, τη δημόσια λογοδοσία, τη δημόσια διαβούλευση και το δημόσιο μάνατζμεντ: «κλειδιά», όλα, της ίδιας της αποτελεσματικότητας της Αυτοδιοίκησης.&lt;br /&gt;Γι’ αυτό, ακριβώς, ο σχεδιασμός μιας ριζικής διοικητικής μεταρρύθμισης έχει ορισμένα προαπαιτούμενα:&lt;br /&gt;1. Μια συνολική οπτική για τη μεταρρύθμιση που απαιτείται η οποία να αποδειχθεί ικανή να συνθέτει και να εντάσσει τη μεταρρύθμιση της Αυτοδιοίκησης σε ένα συνολικό σχέδιο μεταρρύθμισης του κράτους, της δημόσιας διοίκησης, της οικονομίας, χωρίς αποσπασματικές δράσεις.&lt;br /&gt;2. Την αυτόνομη αντιμετώπιση του ζητήματος της Δημοτικής Διακυβέρνησης ώστε να δούμε το βασικό υποκείμενο της μεταρρύθμισης, τον ίδιο το Δήμο, ως αυτόνομη λειτουργική μονάδα. Ιδίως τώρα που η μεταρρύθμιση θα οδηγήσει σε μεγαλύτερους ΟΤΑ, εκ των πραγμάτων πιο απομακρυσμένους από τον πολίτη, η Αυτοδιοίκηση οφείλει να υπερβεί την εμπεδωμένη αντίληψη να περιμένει τις κρατικές παρεμβάσεις (παρ’ ότι είναι κρίσιμο μέγεθος η υλοποίηση των κρατικών υποχρεώσεων) και να ξαναδεί όλες τις πτυχές της δομής και της λειτουργίας του Δήμου. Ενδεικτικά:&lt;br /&gt;με την εισαγωγή μεθόδων δημόσιου μάνατζμεντ που θα έδινε στους αιρετούς τη δυνατότητα να αναβαθμίσουν τον ίδιο τον πολιτικό τους ρόλο μέσω της αυξημένης ικανότητας διεύθυνσης, διαχείρισης, σχεδιασμού και άσκησης πολιτικής στον κάθε Δήμο&lt;br /&gt;με την αναβάθμιση της λειτουργίας του δημοτικού συμβουλίου σε όργανο σχεδιασμού, διαβούλευσης, θεσμοθέτησης των τοπικών κανόνων λειτουργίας&lt;br /&gt;με την ενίσχυση θεσμών διαβούλευσης και κοινωνικής συμμετοχής που θα καταστήσουν το Δήμο «καρδιά» κάθε περιοχής, και εγγυητή της ανασυγκρότησης του κοινωνικού ιστού με σαφείς κανόνες και ρυθμιστικό πλαίσιο&lt;br /&gt;με την εισαγωγή νέων τεχνολογιών οι οποίες θα διασφαλίσουν τόσο την αποτελεσματικότερη, και επομένως και ταχύτερη εξυπηρέτηση των πολιτών όσο και τη διαφάνεια στη λειτουργία του δήμου ενώ ταυτόχρονα θα δημιουργήσουν το δημόσιο ψηφιακό υπόβαθρο για την ανάπτυξη της νέας τοπικής επιχειρηματικότητας αλλά και για την προώθηση εκπαιδευτικών ή ψυχαγωγικών δράσεων στην περιοχή&lt;br /&gt;με την διαμόρφωση ενός πλαισίου προσέλκυσης του κατάλληλου για τις νέες δομές και ανάγκες ανθρώπινου δυναμικού το οποίο θα σταθεί δίπλα στο υφιστάμενο προσωπικό και σταδιακά, με την αποχώρησή του λόγω συνταξιοδότησης, θα το αντικαταστήσει έτσι ώστε οι νέοι ΟΤΑ να έχουν πλέον ένα υψηλής εξειδίκευσης προσωπικό, αντίστοιχο των αρμοδιοτήτων που καλούνται να φέρουν εις πέρας. Το πλαίσιο προσέλκυσης ανθρώπινου δυναμικού θα πρέπει, λαμβάνοντας υπόψη την έως τώρα εμπειρία, να διασφαλίζει τόσο την αξιοκρατική επιλογή όσο και την ταχύτητα στην επιλογή.&lt;br /&gt;με τη διαφοροποίηση του υφιστάμενου και χαμηλού πλαισίου αμοιβών ώστε να γίνει ρεαλιστική η αναζήτηση υψηλής εξειδίκευσης προσωπικού και ειδικά στελεχών υψηλών προσόντων&lt;br /&gt;με την αναβάθμιση της παροχής υπηρεσιών υψηλότερου επιπέδου, υπηρεσιών που να είναι ταχύτερες και λιγότερο δαπανηρές. Αυτό το αίτημα, άλλωστε, αποτελεί την ουσία της λειτουργίας της σύγχρονης Αυτοδιοίκησης&lt;br /&gt;με την αναβάθμισης της σχέσης με τον πολίτη που πρέπει να γίνει κεντρικό αντικείμενο της λειτουργίας του Δήμου που καλείται πλέον να διαδραματίσει κομβικό ρόλο στην ανασύσταση των τοπικών κοινωνιών&lt;br /&gt;3. Η συνολική μεταρρύθμιση του Κράτους δεν πρέπει να συμπιεστεί χρονικά. Εξ’ αρχής θα πρέπει να δοθεί ο αναγκαίος χρόνος για την υλοποίηση της μεταρρύθμισης, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα στοιχεία του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο θα υλοποιηθεί –από την πραγματικότητα του Δ’ ΚΠΣ που ήδη αρχίζει να «τρέχει» μέχρι τις θεσμικές μεταρρυθμίσεις που σχεδιάζονται σε ευρωπαϊκό επίπεδο και τις οικονομικές αλλαγές που συντελούνται.&lt;br /&gt;Το μεταβατικό στάδιο είναι εξαιρετικά κρίσιμο για την ευόδωση του εγχειρήματος. Άλλωστε, απαιτείται ικανός χρόνος για να μπορέσει να τεθεί σε λειτουργία ένα πλήρες επιχειρησιακό σχέδιο μετάβασης από τη σημερινή μορφή του κράτους και της αυτοδιοίκησης στην αυριανή. Ένα επιχειρησιακό σχέδιο που, προικισμένο με τους απαραίτητους πόρους, να συντονίζεται από μια ισχυρή δομή με ευρεία νομιμοποίηση ώστε να συγκεντρώσει τις ευρύτερες αναγκαίες συναινέσεις, να ανταπεξέλθει σε ισχυρές αντιστάσεις και να διασφαλίσει την απαραίτητη συνέχεια του κράτους. Η μετάβαση από το σημερινό συγκεντρωτικό μοντέλο σε ένα αποκεντρωμένο μοντέλο διοίκησης και διαχείρισης δεν είναι απλή υπόθεση για να πραγματοποιηθεί με σχέδια επί χάρτου. Με δεδομένη την εμπλοκή στο εγχείρημα δεκάδων υπηρεσιών, πρέπει να διασφαλιστεί η ομαλή μετάβαση και προσαρμογή στη νέα πραγματικότητα καθώς και οι δυνατότητες διορθωτικών παρεμβάσεων κατά τη διάρκεια της πορείας.&lt;br /&gt;4. Κατά το μεταβατικό στάδιο η μεταρρύθμιση θα πρέπει να καθοδηγηθεί από ισχυρές δομές με ισχυρή νομιμοποίηση και με τη συμμετοχή της Αυτοδιοίκησης οι οποίες θα υποστηρίξουν επιχειρησιακά την πορεία και θα επιλέγουν λύσεις που θα εξυπηρετούν τις πραγματικές ανάγκες. Σε αντίστοιχες περιστάσεις σε άλλες δυτικοευρωπαϊκές χώρες την παρακολούθηση και το συντονισμό της όλης προσπάθειας, ευθέως ή εμμέσως, είχε χρεωθεί η ίδια η κορυφή της Κυβέρνησης. Είναι ο μόνος αποτελεσματικός τρόπος να ξεπεραστούν οι αντιστάσεις και οι αδράνειες ενός γραφειοκρατικού και βαθιά συγκεντρωτικού κρατικού μηχανισμού που με τη νοοτροπία του έχει διαποτίσει και μια μερίδα του πολιτικού δυναμικού της χώρας&lt;br /&gt;Με την κατάθεση των προτάσεων της Αυτοδιοίκησης, από τα Συνέδρια της ΕΝΑΕ και της ΚΕΔΚΕ, η διοικητική μεταρρύθμιση θα γίνει αντικείμενο δημοσίου διαλόγου, δημόσιας διαβούλευσης μεταξύ όλων των εμπλεκομένων με στόχο τη θεσμοθέτηση ενός πλαισίου που να αλλάξει τον τρόπο λειτουργίας της «κρατικής μηχανής». Η ευκαιρία είναι μεγάλη, μοναδική θα μπορούσε να πει κανείς. Και η όλη προσπάθεια ξεκινά με καλές προϋποθέσεις.&lt;br /&gt;Κατ’ αρχήν, έχουν ωριμάσει οι συνθήκες για μια ευρύτερη αλλαγή του κράτους η οποία δεν αποτελεί πλέον απλό αίτημα δημοκρατικής μεταρρύθμισης αλλά όρο και προϋπόθεση για την ίδια την ανάπτυξη της χώρας.&lt;br /&gt;Η κυβέρνηση δείχνει διατεθειμένη να προχωρήσει στη μεταρρύθμιση. Ο υπουργός Εσωτερικών, μάλιστα, δηλώνει πως αναμένει τις προτάσεις της ίδιας της Αυτοδιοίκησης, πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας, ως βάση συζήτησης. Μιας συζήτησης στην οποία δείχνουν διατεθειμένα να εισφέρουν με ανάλογους προβληματισμούς και σχεδόν όλες οι πολιτικές δυνάμεις που με τις θέσεις τους έχουν δείξει να συμφωνούν επί της αρχής αλλά και σε πολλά από τα επιμέρους μιας ευρύτερης διοικητικής μεταρρύθμισης που, προωθώντας την αποκέντρωση, θα μετατρέψει την κεντρική διοίκηση, το κράτος, σε επιτελικό όργανο συντονισμού και σχεδιασμού.&lt;br /&gt;Η αναγκαιότητα μιας καλά προετοιμασμένης και πολύ ευρύτερης μεταρρύθμισης έχει ωριμάσει στους κόλπους της ίδιας της Αυτοδιοίκησης που την παλεύει και την επεξεργαζόταν εδώ και χρόνια αλλά από διαφορετικές οπτικές γωνίες που τώρα πια δείχνουν να συγκλίνουν. Οι ηγεσίες της Ένωσης Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων Ελλάδος (ΕΝΑΕ) και της Κεντρικής Ένωσης Δήμων και Κοινοτήτων Ελλάδος (ΚΕΔΚΕ) δείχνουν ότι θέλουν και μπορούν να προωθήσουν τις αναγκαίες αλλαγές.&lt;br /&gt;Επιπλέον, μετά από τόσα χρόνια ενασχόλησης με το «επίδικο» αντικείμενο, υπάρχουν επιστημονικά τεκμηριωμένες μελέτες οι οποίες αποτελούν μια επαρκή βάση συζήτησης αλλά και σχεδιασμού της ίδιας της μεταρρύθμισης καθώς αναδεικνύουν στην ολότητά τους τα θέματα που πρέπει να διερευνηθούν περαιτέρω. Και εισηγούνται αρκετές κατευθύνσεις που θα μπορούσαν να ακολουθηθούν για τον αποτελεσματικό σχεδιασμό της μεταβατικής περιόδου, που έχει αποδειχθεί πως είναι η κρισιμότερη παράμετρος για την πετυχημένη υλοποίηση μιας μεταρρύθμισης τέτοιου βεληνεκούς.&lt;br /&gt;Κίνδυνοι; Υπάρχουν. Οι συνήθεις. Να επιδειχθεί έλλειψη σοβαρής ενασχόλησης, από οποιαδήποτε πλευρά. Να εμπλακεί το εγχείρημα σε μικροκομματικού χαρακτήρα αντιπαραθέσεις. Να λείψει η στοιχειώδης επίγνωση του βάθους αυτής της μεταρρύθμισης. Να μην δοθεί η πρέπουσα σημασία στην προετοιμασία της, να αντιμετωπιστεί βιαστικά και επιπόλαια, χωρίς να δοθεί ο απαραίτητος χρόνος για την ομαλή μετάβαση από το σήμερα στο προσεχτικά σχεδιασμένο αύριο. Και αυτή είναι μια κρίσιμη παράμετρος, όπως αποδεικνύει η απλή παρατήρηση όλων των επιτυχημένων μεταρρυθμίσεων που έχουν γίνει σε τόσες άλλες χώρες. Ένας ύστατος, αλλά διόλου τελευταίος από πλευράς σπουδαιότητας κίνδυνος: οι αντιστάσεις του «βαθέως κράτους», των συγκεντρωτικών αντιλήψεων που έχουν διαποτίσει το πολιτικό σύστημα.&lt;br /&gt;Με τόσες θετικές προϋποθέσεις, πάντως, θα ήταν πραγματικά κρίμα –«κρίμα και άδικο», που λέει και ο λαός μας- να χαθεί η ευκαιρία να αλλάξει, όχι απλά ο διοικητικός χάρτης της χώρας αλλά η ίδια η αντίληψη, η λειτουργία και οι δομές της διοίκησης στην Ελλάδα. Ίσως να είναι η τελευταία ευκαιρία.&lt;/p&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1609159186292588994-2894142177709725192?l=cecl-epikairesparemvaseis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://cecl-epikairesparemvaseis.blogspot.com/feeds/2894142177709725192/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=1609159186292588994&amp;postID=2894142177709725192' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1609159186292588994/posts/default/2894142177709725192'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1609159186292588994/posts/default/2894142177709725192'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://cecl-epikairesparemvaseis.blogspot.com/2008/07/14-15042008_6033.html' title=''/><author><name>CECL</name><uri>http://www.blogger.com/profile/12763879744371523610</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1609159186292588994.post-6542259694281815748</id><published>2008-07-14T09:15:00.000-07:00</published><updated>2008-08-25T04:17:33.823-07:00</updated><title type='text'></title><content type='html'>&lt;p align="justify"&gt;του &lt;strong&gt;&lt;em&gt;Γιάννη Καλογήρου,&lt;br /&gt;&lt;/em&gt;&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;&lt;p align="justify"&gt;&lt;strong&gt;Ο ρόλος του κράτους και των δημόσιων πολιτικών στην αναζωογόνηση του ελληνικού αναπτυξιακού μοντέλου με επίκεντρο τη γνώση&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;&lt;strong&gt;&lt;em&gt;&lt;/em&gt;&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;&lt;p align="justify"&gt;1. Ο ρόλος του κράτους στη διαμόρφωση της ικανότητας αποδοτικής και αποτελεσματικής προσαρμογής μιας σύγχρονης οικονομίας στις διεθνείς εξελίξεις&lt;br /&gt;Η ικανότητα αποδοτικής και αποτελεσματικής προσαρμογής μιας οικονομίας στις ευρύτερες τεχνολογικές, οικονομικές, κοινωνικές και γεωπολιτικές μεταβολές αποτελεί θεμελιώδη προσδιοριστικό παράγοντα της μακροχρόνιας βιωσιμότητάς της. Ειδικότερα, η προσαρμοστική ικανότητα μιας οικονομίας συνδέεται με τη δυνατότητα της συγκεκριμένης κοινωνίας στην οποία αναφέρεται να παράγει, να αποκτάει και να χρησιμοποιεί τη γνώση- και ευρύτερα να μαθαίνει- καθώς και με τη διαμόρφωση ενός κλίματος, ενός θεσμικού πλαισίου και ευρύτερα ενός περιβάλλοντος που ενθαρρύνει τον πειραματισμό, την καινοτομία, την ανάληψη πρωτοβουλιών με υπολογισμένο ρίσκο σε συνδυασμό με την προώθηση δημιουργικών δραστηριοτήτων κάθε είδους. Και στην εξέλιξη αυτή- είτε προς θετική είτε προς αρνητική κατεύθυνση- ο ρόλος του κράτους έχει αποδειχθεί καθοριστικός.&lt;br /&gt;Βέβαια, μια ιστορική θεώρηση των πραγμάτων δείχνει ότι η μεταβαλλόμενη δομή των οικονομιών και οι αντίστοιχες αλλαγές στην ιεράρχηση των εκάστοτε κοινωνικο-οικονομικών προτεραιοτήτων οδηγούν σε έναν κατά εποχές επαναπροσδιορισμό των σχέσεων κράτους και οικονομίας καθώς και του αντίστοιχου καταμερισμού των λειτουργιών μεταξύ δημόσιας παρέμβασης και ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Παρά τις κινήσεις αυτές του εκκρεμούς μεταξύ δημόσιας παρέμβασης και ιδιωτικής επιχειρηματικής πρωτοβουλίας, η ιστορική πείρα δείχνει ότι τελικώς καμιά σύγχρονη οικονομία δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς κάποιου είδους συντονιστική και ρυθμιστική δραστηριότητα του κράτους. Όμως, οι μορφές της δημόσιας παρέμβασης εξελίσσονται και μεταβάλλονται διαχρονικά, ενώ η κάθε φορά ισορροπία στη δυναμική των θεσμών και των αγορών, είναι το συνδυασμένο αποτέλεσμα κοινωνικο-πολιτικών συγκρούσεων, αντιληπτών παρενεργειών/ αποτυχιών είτε της κρατικής οικονομικής δραστηριότητας είτε του υπερβολικού ανοίγματος στις δυνάμεις της αγοράς σε συνδυασμό με μια σύνθετη διεργασία κοινωνικής μάθησης.&lt;br /&gt;Ακόμη περισσότερο στο νέο διεθνές περιβάλλον (παγκοσμιοποίηση, εντεινόμενος διεθνής ανταγωνισμός με τη δυναμική είσοδο νέων οικονομικών υποκειμένων στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα, αυξανόμενο ειδικό βάρος της γνώσης στο παραγόμενο προϊόν) η στρατηγική σημασία που αποδίδεται στην κατανομή πόρων για επένδυση στη γνώση, το ανθρώπινο δυναμικό και την οικοδόμηση υποδομών και δικτύων γνώσης γίνεται βασικός προσδιοριστικός παράγοντας της ανταγωνιστικής θέσης μιας οικονομίας στη διεθνή σκηνή. Και στη διεργασία αυτή η παρουσία του κράτους είναι αναγκαία, ειδικότερα καθώς ο μηχανισμός της αγοράς δεν φαίνεται να λειτουργεί αποτελεσματικά (αποτυχία της αγοράς και ευρύτερα συστημική αποτυχία) σε σχέση με τις μακροχρόνιες επιπτώσεις επενδυτικών επιλογών που συνδέονται με την τεχνολογική αλλαγή και τις αλλαγές στη δημιουργία και τη διάχυση της γνώσης.&lt;br /&gt;2. Η ελληνική περίπτωση: Οικονομική μεγέθυνση; Έχουμε. Οικονομία της γνώσης; Απέχουμε&lt;br /&gt;Η ελληνική οικονομία παραμένει, αν και με κάποια σχετική επιβράδυνση μετά το 2004, σε μια τροχιά μακρόχρονης ισχυρής μεγέθυνσης, που δρομολογήθηκε μετά το 1994. Η τάση αυτή- που η σημασία της είχε υποβαθμισθεί από πολλούς στο πρόσφατο παρελθόν για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας - αποτελεί ένα μέτρο της μακράς επιτυχούς πορείας που διανύει μετά το 1994 η ελληνική οικονομία. Σε τελευταία ανάλυση, η μακροχρόνια οικονομική μεγέθυνση είναι ίσως η πιο σημαντική- αν και όχι η αποκλειστική- όψη της καλής επίδοσης μιας οικονομίας. Η εξέλιξη αυτή αποκτά μεγαλύτερη αξία, αν ειδωθεί στο πλαίσιο της ευρύτερης ιστορικής διαδρομής της ελληνικής οικονομίας. Στην ουσία, πρόκειται για το τρίτο ισχυρό κύμα μεγέθυνσης στον οικονομικό βίο του νεοελληνικού κράτους.&lt;br /&gt;Ποια, όμως, είναι η κινούσα δύναμη του σύγχρονου ισχυρού αναπτυξιακού κύματος; Επιγραμματικά, η αξιοποίηση από την πολιτική ηγεσία δύο ισχυρών εξωτερικών καταναγκασμών (ένταξη στην ΟΝΕ το 2001 και Ολυμπιακοί Αγώνες του 2004) για την εισαγωγή στοιχείων πειθαρχίας στο «σύστημα διακυβέρνησης και προγραμματισμού» της χώρας και για την κινητοποίηση παραγωγικών και κοινωνικών δυνάμεων και πόρων με δύο σημαντικούς στόχους: μακροοικονομική σταθεροποίηση και έγκαιρη πραγματοποίηση μεγάλων και αναγκαίων σύγχρονων έργων υποδομής. Τα αποτελέσματα απτά. Το οικονομικό και επιχειρηματικό περιβάλλον βελτιώνεται δραστικά. Η οικονομία απεμπλέκεται από τη χρόνια μακροοικονομική καθήλωση της ανάπτυξής της. Διευκολύνονται η αναδιάρθρωση, η μεγέθυνση αλλά και η γεωγραφική επέκταση κλάδων και επιχειρήσεων - τόσο της μεταποίησης όσο και των υπηρεσιών. Παράλληλα, υλοποιούνται με επιτυχία- και με τη χρηματοδοτική συνδρομή της Ευρωπαϊκής Ένωσης- σημαντικά και μεγάλα επενδυτικά έργα υποδομής. Τα έργα αυτά συνεισφέρουν διττά: στην ισχυρή αναπτυξιακή ώθηση της περιόδου, αλλά και στην αποτελεσματικότερη λειτουργία του οικονομικού συστήματος σε πιο μακροχρόνια βάση. Η ώθηση αυτή αποδείχθηκε ικανή να διατηρήσει τη μεγεθυντική ορμή της ελληνικής οικονομίας και στη μετά-ολυμπιακή περίοδο, παρά τη σημαντική συρρίκνωση του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων στα προ του 1997 επίπεδα, τον περιορισμό της μόχλευσης κοινοτικών πόρων, την απουσία κεντρικού αναπτυξιακού στόχου που να κινητοποιεί τις παραγωγικές δυνάμεις και την κοινωνία σε συνδυασμό με την επικράτηση ενός κλίματος μειωμένων προσδοκιών. Tην ίδια ώρα, στο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, το αναπτυξιακό μοντέλο της χώρας παρουσιάζει ορισμένες επικίνδυνες διαρθρωτικές αδυναμίες. Αναδεικνύεται ένα είδος «δομικής κόπωσης», καθώς τομείς και κλάδοι που στήριξαν την ανάπτυξη εμφανίζουν μια τάση να φρενάρουν, ενώ η βάση της συνεχιζόμενης μεγέθυνσης γίνεται πιο εύθραυστη, καθώς στηρίζεται όλο και περισσότερο στον δανεισμό των καταναλωτών, που εν τω μεταξύ έχει αποκτήσει υπερβολική αυξητική δυναμική. Η κατάσταση αυτή μπορεί να επιδεινωθεί αν η πρόσφατη χρηματοοικονομική κρίση στις ΗΠΑ περάσει και στην πραγματική οικονομία των ευρωπαϊκών χωρών. Μακροπρόθεσμα, με δεδομένη την αυξανόμενη και σταδιακά αναβαθμιζόμενη παρουσία νέων οικονομικών υποκειμένων στην παγκόσμια αγορά, το κύριο πρόβλημα εντοπίζεται στη θέση του παραγωγικού και επιχειρηματικού συστήματος της χώρας μας στον εξελισσόμενο διεθνή καταμερισμό εργασίας. Το ελληνικό παραγωγικό σύστημα φαίνεται να έχει περιέλθει σε μια κατάσταση «εγκλωβισμού» στο πεδίο των ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων. Δυσκολεύεται να απαντήσει σε μιαν αμφίπλευρη ανταγωνιστική πίεση που προέρχεται τόσο από χώρες χαμηλού κόστους εργασίας- που δεν είναι πια μόνον ανειδίκευτη αλλά διαρκώς αναβαθμίζεται- όσο και από «ποιοτικά υπέρτερους παραγωγούς» που δραστηριοποιούνται σε χώρες υψηλού βιοτικού επιπέδου και σημαντικών τεχνολογικών και παραγωγικών ικανοτήτων. Μακροσκοπικά, η κατάσταση αυτή γίνεται αντιληπτή από τον σχετικά μικρό αριθμό επώνυμων ελληνικών προϊόντων στη διεθνή αγορά και την απουσία μιας κρίσιμης μάζας μεγάλων ανταγωνιστικών επιχειρήσεων με διεθνή παρουσία, παρά την πρόοδο που έχει σημειωθεί σε ορισμένους κλάδους (π.χ. τράπεζες, τρόφιμα, μη μεταλλικά ορυκτά) και σε ορισμένες γεωγραφικές περιοχές. Πιο συστηματικά, αποτυπώνεται στην υποβάθμιση της θέσης της χώρας μας στις συγκριτικές κατατάξεις της διεθνούς ανταγωνιστικότητας, που μετά από μια άνοδο κατά 10 θέσεις στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1990, φθάνοντας στην 30η και υψηλότερη το 2000, κατρακύλησε στην 50η το 2005. Αλλά, και η συνεχής υποχώρηση στον δείκτη δικτυακής ετοιμότητας, που αντανακλά το επίπεδο αξιοποίησης των τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνιών (56η θέση το 2007 έναντι 48ης το 2006, ακόμη και η μείωση του ήδη χαμηλού ποσοστού του ΑΕΠ που διατίθεται για την έρευνα (από 0.64% σε 0.57%) είναι ενδεικτικά χαρακτηριστικά της επιδείνωσης της θέσης της χώρας στις διεθνείς κατατάξεις που συνδέονται με την ερευνητική και τεχνολογική δραστηριότητα.&lt;br /&gt;Η μείωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας αντανακλαται και στη διαρκή επιδείνωση του εμπορικού ισοζυγίου και στην εκτίναξη του εξωτερικού ελλείμματος στο ύψος ρεκόρ του 14 % του ΑΕΠ. Ευτυχώς, η συμμετοχή της χώρας στη ζώνη του ευρώ απορροφά ομαλά μια τέτοια ισχυρή ανισορροπία. Είναι όμως βιώσιμο, μεσοπρόθεσμα, το σημερινό μοντέλο οικονομικής μεγέθυνσης, που επιπροσθέτως χαρακτηρίζεται από χαμηλή αποδοτικότητα των διαθέσιμων φυσικών και χρηματικών πόρων, υποστηρίζεται από ένα «παντού εμπλεκόμενο» αλλά επί της ουσίας αναπτυξιακά αδύναμο και «μη ευφυές» κράτος και κυρίως στηρίζεται σε σχετικά περιορισμένη αξιοποίηση της τεχνολογίας, της καινοτομίας και της έρευνας; Με ένα τέτοιο προφίλ έχει άραγε τις προϋποθέσεις η ελληνική οικονομία να συνεχίσει μια πορεία απρόσκοπτης μεγέθυνσης και διατήρησης/βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου της ελληνικής κοινωνίας; Αρκεί το ιστορικά διαμορφωμένο πλεονέκτημα της πολύ μεγάλης ευελιξίας προσαρμογής σε συνδυασμό με τη μεγάλη κινητικότητα στην αγορά που δημιουργεί εισοδήματα; Αρκούν οι «από τα κάτω» κινήσεις του δυναμικού διεθνοποιημένου τμήματος του επιχειρηματικού τομέα που διευκολύνονται από τη διεύρυνση του χώρου επιχειρηματικής δράσης στην ενιαία ευρωπαϊκή αγορά και τη νέα βαλκανική «ενδοχώρα» για να συντηρηθεί η δυναμική της μεγέθυνσης; Το πρόβλημα της αναζωογόνησης του αναπτυξιακού μοντέλου της χώρας εκκρεμεί.&lt;br /&gt;Στην αναζήτηση αυτή, ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα ευρήματα της πρόσφατης έρευνας MIT για τις στρατηγικές επιβίωσης και επιτυχίας των διεθνοποιημένων επιχειρήσεων. Συνοπτικά: Η φθηνή εργασία δεν είναι η πιο αποτελεσματική απάντηση στον παγκόσμιο ανταγωνισμό. Η ικανότητα για καινοτομία και μάθηση είναι ο βασικός παράγοντας που προσδιορίζει τη βιωσιμότητα μιας επιχείρησης ή ενός κλάδου μακροχρονίως. Το κράτος έχει ένα μείζονα ρόλο να επιτελέσει στη δημιουργία του αντίστοιχου επιχειρηματικού περιβάλλοντος, αλλά δεν υπάρχει ένα μοναδικό σύνολο πολιτικών και θεσμών κατάλληλο για όλες τις οικονομίες και όλες τις επιχειρήσεις, καθώς υπάρχουν διαφορετικές εκδοχές του καπιταλισμού, που αντανακλούν διαφορετικές ιστορικές και πολιτισμικές παραδόσεις.&lt;br /&gt;Στην ίδια κατεύθυνση κινούνται και πολλές σύγχρονες αναπτυξιακές θεωρήσεις. Μια δημοφιλής τέτοια προσέγγιση είναι το μοντέλο των “3Ts” (Technology, Talent, Tolerance) που υποστηρίζει, ότι η μεγέθυνση στις αναπτυγμένες οικονομίες μπορεί να ευδοκιμήσει σε περιοχές όπου η παρουσία ενός δημιουργικού, καταρτισμένου και μορφωμένου ανθρώπινου δυναμικού συνδυάζεται με την αξιοποίηση της τεχνολογίας σε ένα ανεκτικό και ανοικτό περιβάλλον που επιτρέπει τον πειραματισμό και τη δημιουργικότητα.&lt;br /&gt;Στα καθ΄ ημάς είναι προφανές ότι δεν υπάρχουν έτοιμες απαντήσεις ή συνταγές. Υπάρχουν όμως βασικές επιλογές. Αν αποκλείσουμε την επιλογή «μιας κούρσας προς τα κάτω» μέσω κυρίως δραστικών μειώσεων του κόστους εργασίας (καθιερωμένη συνταγή για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας), που μπορεί κατά την έρευνα του MIT «να θάψει μια επιχείρηση ή μια χώρα σε ανταγωνιστικές ζούγκλες χωρίς ελπίδα απόκτησης ενός διατηρήσιμου πλεονεκτήματος», τότε, η μόνη κοινωνικά αποδεκτή και μακροχρονίως αποτελεσματική επιλογή είναι αυτή του δύσκολου ανηφορικού δρόμου στη διεθνή κλίμακα ανταγωνιστικότητας.&lt;br /&gt;3. Προς ένα νέο Κοινωνικό Συμβόλαιο: Γνώση για όλους, Τεχνολογία παντού.&lt;br /&gt;Για την υλοποίηση της απαιτητικής, αλλά αναγκαίας αυτής επιλογής, χρειάζεται ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο που να βασίζεται στη συμφωνία της ελληνικής κοινωνίας ότι η γνώση μπορεί να γίνει η νέα κινούσα δύναμη της αναζωογόνησης του αναπτυξιακού μοντέλου της χώρας. Βασικός πυλώνας για την υλοποίηση μιας τέτοιας επιλογής είναι η συστηματική προώθηση, κατά τα πρότυπα της στρατηγικής ένταξης στην ΟΝΕ στη δεκαετία του 1990- δηλαδή με όραμα, σχέδιο, πολιτική δέσμευση στο ανώτατο επίπεδο και στρατηγική διοίκηση της υλοποίησης- μιας συνολικής στρατηγικής για την παραγωγή, τη διάχυση και τη λειτουργική αξιοποίηση της γνώσης παντού σε συνδυασμό με την ενθάρρυνση της επιχειρηματικότητας που βασίζεται στη γνώση. Άλλωστε, η γνώση δεν συνδέεται μόνον με τους αποκαλούμενους κλάδους υψηλής τεχνολογίας ούτε προέρχεται αποκλειστικά από την επιστημονική έρευνα. Και οι παραδοσιακοί κλάδοι έχουν πλούσιο γνωσιακό υπόβαθρο, ενώ και η χρήση της τεχνολογίας έχει ιδιαίτερη αναπτυξιακή επίδραση. Επομένως, μια πολιτική αξιοποίησης της γνώσης αναφέρεται σε όλα τα στάδια της «αλυσίδας παραγωγής και διάχυσης της γνώσης» (έρευνα και διάδοση των αποτελεσμάτων της, καινοτομία και χρήση της τεχνολογίας, λειτουργική αξιοποίηση της πληροφορικής και του διαδικτύου, εκπαίδευση σε όλες τις βαθμίδες, κατάρτιση, δια βίου μάθηση, διαμόρφωση αξιόπιστων και αποτελεσματικών διαδικασιών δημόσιου διαλόγου και κοινωνικής συμμετοχής, έγκυρη ενημέρωση, δυνατότητες πρόσβασης) και αφορά όλους (δημόσια διοίκηση, επιχειρηματικό τομέα, εκπαιδευτικό κόσμο, κοινωνικές οργανώσεις, πολίτες). Το εγχείρημα είναι πολύ πιο σύνθετο, πιο δύσκολο, πιο απαιτητικό από την ένταξη στην ΟΝΕ. Κυρίως, γιατί προϋποθέτει την εμπλοκή πολλών και την παράλληλη αλλαγή νοοτροπιών, αντιλήψεων, τρόπων σκέψης αλλά και μεθόδων εργασίας. Και η Ελλάδα στα χρόνια που πέρασαν, σημείωσε συγκριτικά πολύ μεγαλύτερη και ταχύτερη οικονομική μεγέθυνση από την εξέλιξη των αντιλήψεων και των νοοτροπιών των πολιτών της.&lt;br /&gt;4. Συγκεκριμένοι χώροι δημόσιας παρέμβασης στο πλαίσιο της στρατηγικής για την αξιοποίησης της γνώσης&lt;br /&gt;Για την επιτυχή υλοποίηση μιας στρατηγικής με επίκεντρο τη γνώση, απαραίτητη προϋπόθεση είναι ο μετασχηματισμός του κράτους σε ένα «ευφυές αναπτυξιακό υποκείμενο» με σημαντική αναδιαρθρωτική ικανότητα και αποδοτικότερο/αποτελεσματικότερο σύστημα διαχείρισης πόρων που θα αναβαθμίζει την ικανότητα προσαρμογής της ελληνικής οικονομίας στις συντελούμενες διεθνείς εξελίξεις, απορροφώντας ταυτόχρονα τις αρνητικές παρενέργειες και αποτρέποντας νέου τύπου τεχνολογικούς και κοινωνικούς αποκλεισμούς (π.χ. ψηφιακός αποκλεισμός).&lt;br /&gt;Ειδικότερα, η δημόσια παρέμβαση είναι πρώτα απ΄όλα αναγκαία στους ακόλουθους τομείς:&lt;br /&gt;Στον εκσυγχρονισμό της δημόσιας διοίκησης, στη διαμόρφωση τεκμηριωμένων δημόσιων πολιτικών και στην καθιέρωση διαδικασιών και πρακτικών που εμπλουτίζουν τον δημόσιο διάλογο, ενθαρρύνουν την κοινωνική διαβούλευση και τη συμμετοχή των πολιτών, αποσαφηνίζουν τα οφέλη και τις παρενέργειες των δημόσιων πολιτικών και βελτιώνουν την ποιότητα και την αποτελεσματική εφαρμογή των αποφάσεων.&lt;br /&gt;Στην αναβάθμιση του δημοσίου συστήματος εκπαίδευσης, ώστε να μετασχηματισθεί σε ένα φορέα αλλαγής προς την οικονομία και την κοινωνία της γνώσης και να μην υποβαθμισθεί σε ένα σύστημα απλής πιστοποίησης τίτλων.&lt;br /&gt;Στην αναβάθμιση του συστήματος έρευνας και καινοτομίας με παρεμβάσεις τόσο στην πλευρά της προσφοράς όσο και της ζήτησης για έρευνα και γνώση [ετήσια σταδιακή αύξηση των δαπανών για την έρευνα ως ποσοστού του ΑΕΠ κατά 0.1% με πρόσθετη σταθερή ροή εθνικών πόρων, συστηματική προσέλκυση ιδιωτικών πόρων για χορηγίες, υποτροφίες που συνδέονται με την ερευνητική δραστηριότητα, καθιέρωση ενός μόνιμου εθνικού προγράμματος έρευνας, μεσοπρόθεσμη στήριξη (3 έως 5 ετών) μετά από διαδικασία αξιολόγησης ερευνητικών ομάδων, λειτουργική ενοποίηση του ερευνητικού χώρου, διασύνδεση της ερευνητικής και καινοτομικής δραστηριότητας με τις λειτουργικές και αναπτυξιακές ανάγκες του δημοσίου τομέα (π.χ. καθιέρωση του ανοιχτού λογισμικού και ανοιχτών προτύπων στο δημόσιο τομέα αντί συμφωνιών με την Microsoft), υποστήριξη των πανεπιστημίων και των ερευνητικών κέντρων ως φορέων μεταφοράς τεχνογνωσίας και ανάπτυξης περιφερειακών συστημάτων καινοτομίας, ένα μακροχρόνιο- και επαρκώς χρηματοδοτούμενο με απλές διαδικασίες- σχέδιο προσέλκυσης ελλήνων και ξένων ερευνητών από τον διεθνή χώρο για να συνεργασθούν για συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα με ελληνικές ερευνητικές ομάδες],&lt;br /&gt;Στη δημιουργία και διαχείριση των δημόσιων υποδομών του 21ου αιώνα όπως είναι τα ευρυζωνικά δίκτυα (π.χ. οπτική ίνα στο σπίτι) ώστε να μην περιοριστεί η παρουσία τους σε περιοχές προσοδοφόρες για τον επιχειρηματικό τομέα. Ειδικότερα, αναφορικά με τις ηλεκτρονικές δικτυακές υποδομές, ο λειτουργικός διαχωρισμός των υποδομών από τις υπηρεσίες και η δημόσια διαχείριση των δημόσιων υποδομών φαίνεται να αποτελεί μιαν αναγκαιότητα.&lt;br /&gt;Στην αξιοποίηση του του ρόλου του κράτους ως αγοραστή και διαμορφωτή προτύπων στην υγεία, την εκπαίδευση, το περιβάλλον, την ενέργεια, την αξιοποίηση των τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνιών κ.ά.&lt;br /&gt;Στην αναβάθμιση της δημόσιας διοίκησης και της τοπικής αυτοδιοίκησης ώστε να μπορεί να παρέχει ηλεκτρονικές υπηρεσίες σε πραγματικό χρόνο στους πολίτες και τις επιχειρήσεις.&lt;br /&gt;Στην κάλυψη νέων απαιτήσεων ρύθμισης που ανακύπτουν από την ανάπτυξη και τη διάδοση των νέων τεχνολογιών (βιοτεχνολογία, τεχνολογίες πληροφορικής και επικοινωνιών κ.ά.).&lt;br /&gt;Στον εμπλουτισμό του αποθέματος της δημόσια διαθέσιμης γνώσης (π.χ. ενθάρρυνση της παραγωγής ψηφιακού περιεχομένου στη χώρα μας), που δεν περιορίζεται στη γνώση που παράγει και διαθέτει ο δημόσιος τομέας, αλλά αναφέρεται ευρύτερα στην παραγόμενη και διακινούμενη γνώση μεταξύ κοινωνικών δικτύων και κοινοτήτων γνώσης.&lt;/p&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1609159186292588994-6542259694281815748?l=cecl-epikairesparemvaseis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://cecl-epikairesparemvaseis.blogspot.com/feeds/6542259694281815748/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=1609159186292588994&amp;postID=6542259694281815748' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1609159186292588994/posts/default/6542259694281815748'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1609159186292588994/posts/default/6542259694281815748'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://cecl-epikairesparemvaseis.blogspot.com/2008/07/14-15042008_7299.html' title=''/><author><name>CECL</name><uri>http://www.blogger.com/profile/12763879744371523610</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1609159186292588994.post-2904686622199790456</id><published>2008-07-14T08:58:00.000-07:00</published><updated>2008-08-25T04:17:49.636-07:00</updated><title type='text'></title><content type='html'>&lt;p align="justify"&gt;του &lt;em&gt;&lt;strong&gt;Κώστα Ζώρα, &lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;&lt;/em&gt;&lt;/p&gt;&lt;p align="justify"&gt;&lt;strong&gt;Ένα σύγχρονο κράτος δικαίου και διαφάνειας: Δικαιοσύνη, ανεξάρτητες αρχές, νέες εγγυήσεις διαφάνειας&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;&lt;em&gt;&lt;strong&gt;&lt;/strong&gt;&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;I. Η νέα μεταπολίτευση&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Σήμερα προβάλλεται πανταχόθεν η ανάγκη για νέα μεταπολίτευση, δεδομένου ότι, όπως από όλες τις πλευρές επισημαίνεται, ο «ιστορικός κύκλος της μεταπολίτευσης του 1974 έχει πλέον κλείσει».&lt;br /&gt;Η «παλαιά» μεταπολίτευση σφραγίσθηκε από την ίδρυση ενός γνήσια δημοκρατικού πολιτικού συστήματος. Η ανάγκη για νέα μεταπολίτευση υπογραμμίζει ένα απλό και αυταπόδεικτο γεγονός: ότι οι ιστορικές συνθήκες έχουν πλέον αλλάξει και το δημοκρατικό κεκτημένο της «παλαιάς» μεταπολίτευσης χρειάζεται αλλαγές, εμπλουτισμό και προσαρμογή στις προκλήσεις της νέας εποχής. Η νέα μεταπολίτευση είναι, συνεπώς, ένα εγχείρημα επανίδρυσης της δημοκρατίας και ουσιαστικής μεταρρύθμισης του πολιτικού συστήματος. Δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι ένα φλύαρο πυροτέχνημα, ώστε τελικά να μην αλλάξει τίποτα. Γιατί, όμως, έχουμε ανάγκη από μια νέα μεταπολίτευση; Γιατί τα προβλήματα του δημοκρατικού μας βίου δεν μπορούν πλέον να λυθούν με περιορισμένου χαρακτήρα μεταρρυθμίσεις και μεμονωμένες θεσμικές αλλαγές; Γιατί χρειαζόμασθε μια εκ βάθρων επανίδρυση της δημοκρατίας; Η ανάγκη για μια νέα μεταπολίτευση προϋποθέτει την κοινή διαπίστωση ότι το πολιτικό μας σύστημα δημιουργεί προβλήματα και αρνητικά φαινόμενα που το ίδιο δεν μπορεί να επιλύσει. Δηλαδή το πολιτικό μας σύστημα δεν μπορεί να αυτορρυθμισθεί και να διαχειρισθεί τις αδυναμίες και τα ελαττώματά του. Εδώ και μερικά χρόνια, οι αδυναμίες και τα ελαττώματα του πολιτικού μας συστήματος εξελίσσονται σε μόνιμα χαρακτηριστικά και παγιώνονται στη λειτουργία του κράτους, αλλά και στην τρέχουσα αντίληψη των πολιτών για το εν γένει σύστημα διακυβέρνησης. Αναπαράγεται, έτσι, και δυστυχώς διευρύνεται η απαξίωση, όχι απλώς για ορισμένους πολιτικούς, αλλά και για το σύνολο της πολιτικής. Επικρατεί παντού ένας κυνικός ατομισμός που συνθλίβει κάθε συλλογικότητα, ενώ το σύνολο του λαού διολισθαίνει διαρκώς σε φοβικές και συντηρητικές καταστάσεις. Από θεσμικής και πολιτικής άποψης, η νέα μεταπολίτευση χρειάζεται ένα νέο Σύνταγμα και ένα νέο συνταγματισμό, δηλαδή μια νέα πολιτική και προγραμματική προσέγγιση της θεσμικής και πολιτικής λειτουργίας του Συντάγματος. Η μεταπολίτευση οριοθετείται εκατέρωθεν μεταξύ μιας απλής συνταγματικής αναθεώρησης και μιας -ενίοτε βίαιης- επαναστατικής αλλαγής. Όμως δεν είναι τίποτε από τα δύο. Συνίσταται πρωτίστως στο δύσκολο συνδυασμό δύο βασικών χαρακτηριστικών, ήτοι: α) της συνέχειας ενός δημοκρατικού κεκτημένου και της ειρηνικής μετάβασης σε ένα ποιοτικά νέο σύστημα διακυβέρνησης, δημοκρατικό, κοινοβουλευτικό και αποκεντρωμένο, ενώ β) στην πράξη -και όχι απαραίτητα στους τύπους- οι υιοθετούμενες αλλαγές πρέπει να έχουν συντακτικό και όχι αναθεωρητικό χαρακτήρα. Το δύσκολο εγχείρημα της νέας μεταπολίτευσης προϋποθέτει τη δημιουργική σύνθεση συνέχειας και υπέρβασης, ως αμοιβαία αλληλοεξαρτώμενων στοιχείων μιας ευρείας και ουσιαστικής επανίδρυσης του κράτους και του πολιτικού συστήματος. Κατά αυτό τον τρόπο, η πρόταση περί επανίδρυσης του κράτους παύει να είναι κενό περιεχομένου ρητορικό πρόσχημα και διατυπώνεται ως πραγματική πολιτική και προγραμματική αξίωση αλλαγής. Τα πράγματα είναι ή εν πάσει περιπτώσει πρέπει να γίνουν απλά: Αν μιλώντας για τον ιστορικό κύκλο της μεταπολίτευσης του 1974, ο οποίος, ειρήσθω εν παρόδω, έχει κλείσει, εννοούμε ότι το πολιτικό μας σύστημα αδυνατεί να αυτορυθμισθεί και να ξεπεράσει τις παθογενείς αδυναμίες του. Αν διαπιστώνουμε ότι δεν έχουμε πλέον μια Δημοκρατία με προβλήματα, αλλά πρόβλημα Δημοκρατίας. Αν συμφωνούμε ότι απαιτούνται σαρωτικές αλλαγές και πραγματικές μεταρρυθμίσεις τόσο στο κράτος, όσο και στις σχέσεις του τελευταίου με τους πολίτες. Τότε απαιτείται μια νέα μεταπολίτευση, χωρίς «νομικές» μεμψιμοιρίες και παρελκυστικούς πολιτικούς βερμπαλισμούς που στα λόγια εκθειάζουν τις αλλαγές και στην πράξη υπηρετούν τη συντήρηση και την απραξία. Η μεταπολίτευση του 1974 είχε πυροδοτήσει μια δυναμική πολιτικοποίηση του λαού και της νεολαίας. Έδωσε ουσιαστικό κίνητρο σε χιλιάδες πολίτες να συμμετέχουν στο δημόσιο βίο, να οργανωθούν, να διαδηλώσουν και να ονειρευτούν ένα καλύτερο κόσμο. Η νέα μεταπολίτευση πρέπει να επιδείξει ένα αντίστοιχο αποτέλεσμα, κάτω -είναι αλήθεια- από αντίξοες συνθήκες. Πρέπει να σκορπίσει αυτοπεποίθηση σε απογοητευμένους και παραιτημένους πολίτες, να δώσει ελπίδα και σοβαρά κίνητρα συμμετοχής στη δημόσια ζωή, κυρίως όμως να εδραιώσει την αντίληψη ότι η πολιτική δεν είναι πανάκριβο «άθλημα» για κυνικούς και εκμεταλλευτές της εξουσίας, αλλά διαχρονικό δημοκρατικό κεκτημένο προόδου και ελευθερίας, με το οποίο αξιώνουμε μια καλύτερη ζωή, σε μια δικαιότερη κοινωνία, σε ένα πιο ανθρώπινο και ασφαλή κόσμο. &lt;/p&gt;&lt;p align="justify"&gt;&lt;strong&gt;II. Κράτος δικαίου&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;1. Το πολιτικό κόμμα&lt;br /&gt;Ο ιστορικά σχετικά νεοπαγής θεσμός του πολιτικού κόμματος διατρέχει το σύνολο των θεμελιωδών συνιστωσών του πολιτικού μας συστήματος και επομένως οι οποίες παθογένειες του μεταφέρονται στην εν συνόλω λειτουργία του συστήματος και των αρχών του, μεταξύ των οποίων και αυτής του κράτους δικαίου. α. Εκλογικό σύστημα – εκλογικές περιφέρειες – σταυρός προτίμησης- πολιτική κουλτούρα κυβερνητικής αυτοδυναμίας ή συνεργασιών β. Σχέσεις πολιτικού κόμματος – πολιτικού χρήματος –ΜΜΕ γ. Εσωκομματική δημοκρατία δ. Δικαστικός έλεγχος - Συνταγματικό Δικαστήριο – Ομόφωνη επιλογή των μελών του από την επιτροπή θεσμών και διαφάνειας της Βουλής ε. Κράτος - δημόσιος τομέας - κοινωνικά αγαθά - κομματισμός&lt;br /&gt;Ατομικά και πολιτικά δεδομένα α. Προσωπική ασφάλεια β. Ιδιωτικός βίος – Προσωπικά δεδομένα γ. Ατομικά πολιτικά δικαιώματα της διαφορετικότητας και των μειονοτήτων (π.χ. ομοφυλόφιλοι, μετανάστες) δ. Ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης – χωρισμός εκκλησίας κράτους ε. Πανεπιστημιακό άσυλο – περιγραφή στ. Ατομικά δικαιώματα συλλογικώς ασκούμενα - εξισορρόπηση δικαιωμάτων ζ. Περιγραφή της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος&lt;/p&gt;&lt;p align="justify"&gt;&lt;strong&gt;ΙΙΙ. Δικαιοσύνη&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Ο ομφάλιος λώρος ο συνδέων διαχρονικά εκτελεστική εξουσία (βλ. κυβέρνηση) και δικαιοσύνη συγκροτεί την κεντρική αιτία σχεδόν ακύρωσης της λειτουργικής και προσωπικής ανεξαρτησίας αυτής και των στελεχών της.&lt;br /&gt;1. Επιλογή της ηγεσία της δικαιοσύνης με ομόφωνη απόφαση της επιτροπής θεσμών και διαφάνειας της Βουλής (άρθρο 90 παρ. 5 Συντάγματος).&lt;br /&gt;2. Απόσυρση του Υπουργού Δικαιοσύνης από τις διαδικασίες κρίσης και την πειθαρχική αγωγή (άρθρο 90 παρ.3 και 91 παρ.1 του Συντάγματος).&lt;br /&gt;3. Περιγραφή του πολιτικού εγκλήματος. Επαναφορά του αμιγούς ορκωτού συστήματος για την εκδίκαση των πολιτικών εγκλημάτων (άρθρο 97 Συντάγματος). 4. Τα διατελούντα ή διατελέσαντα μέλη της κυβέρνησης ή υφυπουργοί υπάγονται στην κοινή ποινική δικαιοσύνη για αδικήματα που τέλεσαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Η Βουλή παραμένει αρμόδια μόνο για την άρση τυχόν της βουλευτικής ασυλίας. Κατάργηση του Ειδικού Δικαστηρίου (άρθρο 86 Συντάγματος). &lt;/p&gt;&lt;p align="justify"&gt;&lt;strong&gt;IV. Ανεξάρτητες αρχές&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Οι ανεξάρτητες αρχές εκφράζουν το δημόσιο συμφέρον και δημιουργούνται, κατοχυρούμενες στο Σύνταγμα, για να εποπτεύουν εξουσίες, κομματικής, εκτελεστικής, κοινωνικής ή οικονομικής φύσης, η υπέρμετρη δράση των οποίων θα μπορούσε να προσβάλλει τα δικαιώματα των πολιτών ή να διαστρεβλώσει τη λειτουργία του πολιτικού ή άλλων συστημάτων (π.χ. ανταγωνιστική οικονομία της αγοράς, αγορά εργασίας, κλπ.)&lt;br /&gt;1. Η αρχή, ως τρίτος ανεξάρτητος μεταξύ εκτελεστικής εξουσίας (βλ. κυβέρνησης, διοίκησης) πολιτικών κομμάτων και πολιτών δεν υπόκειται σε κανενός είδους κοινοβουλευτικό ή κυβερνητικό έλεγχο.&lt;br /&gt;2. Τα μέλη των ανεξάρτητων αρχών επιλέγονται μόνο με ομοφωνία μεταξύ των μελών της επιτροπής θεσμών και διαφάνειας της Βουλής, δεν μπορεί να είναι μέλη πολιτικών κομμάτων.&lt;br /&gt;3. Οι αποφάσεις των ανεξάρτητων αρχών δεν υπόκεινται σε δικαστική αναστολή εκτέλεσης.&lt;/p&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1609159186292588994-2904686622199790456?l=cecl-epikairesparemvaseis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://cecl-epikairesparemvaseis.blogspot.com/feeds/2904686622199790456/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=1609159186292588994&amp;postID=2904686622199790456' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1609159186292588994/posts/default/2904686622199790456'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1609159186292588994/posts/default/2904686622199790456'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://cecl-epikairesparemvaseis.blogspot.com/2008/07/14-15042008_910.html' title=''/><author><name>CECL</name><uri>http://www.blogger.com/profile/12763879744371523610</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1609159186292588994.post-8793973527541611336</id><published>2008-07-14T08:56:00.000-07:00</published><updated>2008-08-25T04:18:09.368-07:00</updated><title type='text'></title><content type='html'>&lt;p align="justify"&gt;του &lt;em&gt;&lt;strong&gt;Θεόδωρου Τσέκου, &lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;&lt;/em&gt;&lt;/p&gt;&lt;p align="justify"&gt;&lt;strong&gt;Στοιχεία μιας προοδευτικής πολιτικής για τη Δημόσια Διοίκηση&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;&lt;em&gt;&lt;strong&gt;&lt;/strong&gt;&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;Η δημόσια δράση λαμβάνει την μορφή δημόσιων πολιτικών. Δύσκολα θα μπορούσε κανείς να εντοπίσει πεδίο κοινωνικής δραστηριότητας και διάσταση της συλλογικής και ατομικής ανθρώπινης ύπαρξης που να μην αποτελούν αντικείμενο δημόσιας πολιτικής. Η παρατήρηση αυτή δεν έχει μόνο οντολογικό αλλά και δεοντολογικό χαρακτήρα. Όχι μόνο εν τοις πράγμασι ασκούνται εκτενώς δημόσιες πολιτικές που άπτονται της οικονομίας και της κοινωνίας των πολιτών αλλά και υφίστανται αντικειμενικές συνθήκες που καθιστούν τις παρεμβάσεις αυτές αναγκαίες για την κοινωνική ισορροπία και αναπαραγωγή. Η θεσμική, οργανωτικο-λειτουργική και ανθρώπινη επάρκεια της δημόσιας δράσης και των φορέων της κρίνεται τελικά στο επίπεδο της επιτυχούς άσκησης των δημόσιων πολιτικών. Ως προοδευτική πολιτική νοείται κάθε συστηματικά ασκούμενη δημόσια παρέμβαση που αποσκοπεί στην απάμβλυνση της άνισης κατανομής της κοινωνικής ευημερίας και στην ενίσχυση της κοινωνικής συλλογικότητας. Κύριο –αν και όχι αποκλειστικό- υποκείμενο της δημόσιας δράσης αποτελεί ο δημόσιος χώρος νοούμενος ως το υπερσύνολο των φορέων δημόσιου χαρακτήρα. Στην διευρυμένη αυτή έννοια θα συμπεριλάβουμε από κοινού την κεντρική και αποσυγκεντρωμένη διοίκηση αλλά και την καθ’ ύλη και κατά τόπο αυτοδιοίκηση με κριτήριο την συμπληρωματικότητά τους στην άσκηση δημόσιων πολιτικών. Ο δημόσιος χώρος συγκροτείται ως πολιτικο-διοικητικό σύστημα. Η απρόσκοπτη συνάρθρωση και συλλειτουργία των δύο συνιστωσών του αποτελεί αναγκαία συνθήκη για την αποτελεσματικότητα και αποδοτικότητα της δημόσιας δράσης. Η επιτυχής συνέργια των δύο υπο-συστημάτων -και των αντίστοιχα διακριτών συλλογικών δρώντων υποκειμένων, ήτοι του πολιτικού και του διοικητικού προσωπικού- προϋποθέτει πέραν της αυξημένης ικανότητας συντονισμού και συνεργασίας- επαρκή ικανότητα δράσης μιάς εκάστης των συνιστωσών χωριστά. Απαιτείται δηλαδή όχι μόνο πολιτική αλλά και διοικητική ικανότητα. Υπ’ αυτή την έννοια η διοικητική ικανότητα αποτελεί καθοριστικό παράγοντα της πολιτικής επάρκειας στην άσκηση πολιτικών Ο διοικητικός μηχανισμός δεν είναι αποκλειστικά εκτελεστικός. Δεδομένης της υψηλής -και διαρκώς αυξανόμενης- τεχνικότητας (τόσο επι της διαδικασίας όσο και επι του περιεχομένου) στην άσκηση δημοσίων πολιτικών, η διοίκηση παίζει σημαντικότατο ρόλο (συμμετέχοντας ή αδρανώντας) στην προετοιμασία της λήψης των πολιτικών αποφάσεων σε κανονιστικό επίπεδο αλλά και στην εξειδίκευση και την γεωγραφική, χρονική και θεματική προσαρμογή των αποφάσεων αυτών. Η ίδια η υλοποίηση δεν συνιστά ουδέτερη και αυτόματη διαδικασία αλλά συγκροτείται από μιά πληθώρα μικρο-αποφάσεων ικανών να αποσαθρώσουν και το πλέον εμπνευσμένο πολιτικά πρόγραμμα. Οι παρεμβάσεις ή παραλείψεις της διοίκησης προκύπτουν ως μεταβλητοί συνδυασμοί, μεταξύ άλλων, της τεχνικής επάρκειας αλλά και των μικρο-συλλογικών στρατηγικών των υποεκιμένων της. Για τους προεκτεθέντες λόγους η αναβάθμιση της διοικητικής ικανότητας συνιστά αφ’ εαυτής προοδευτική πολιτική. Ένα κράτος με χαμηλή διοικητική ικανότητα είναι κράτος με μειωμένη δυνατότητα παρέμβασης στο κοινωνικο-οικονομικό γίγνεσθαι. Ένα κράτος που δεν παρεμβαίνει συστηματικά και επαφίεται στις θρυλούμενες αλλά αναπόδεικτες ικανότητες της αοράτου χειρός να προάγει την συλλογική ευημερία εγκαταλείπει τις λιγώτερο ευνοημένες από την αγοραία κατανομή ισχύος και εισοδήματος ομάδες έρμαιο των (καλών ή κακών) προθέσεων των ισχυροτέρων. Οι ισχυρές ομάδες δεν χρειάζονται δημόσιες πολιτικές για να διασφαλίσουν τις επιδιώξεις και τα συμφέροντά τους. Το επιτυγχάνουν με ίδια μέσα. Αδύναμο κράτος συνεπάγεται απορρύθμιση απορρύθμιση δε, σημαίνει αυτορρύθμιση των συγκροτημένων και ισχυροτέρων συμφερόντων εις βάρος των διάχυτων και αδυνάμων. Η χαμηλή διοικητική ικανότητα γεννά ένα κράτος αδύναμο άρα μια κοινωνία ανισσοροπιών. Αυξημένη διοικητική ικανότητα και αναβαθμισμένη δυνατότητα κρατικής παρέμβασης δεν συνεπάγονται αναπόδραστα κρατισμό και απίσχναση της κοινωνίας των πολιτών. Ο δημόσιος χώρος είναι πεδίο πολυδιάστατο που μπορεί να οργανωθεί όχι ιεραρχικά αλλά δικτυακά . Οι κοινότητες δημόσιας πολιτικής (policy communities) μπορούν, υπό όρους, να υποκαταστήσουν την κάθετη και κρατοκεντρική δημόσια δράση. Στα πλαίσιά τους ποικίλοι μέτοχοι, συμπεριλαμβανομένων των κρατικών και αυτοδιοικητικών φορέων, των μη κυβερνητικών οργανώσεων, των συνδικάτων, των κινημάτων και των κοινωνικών πρωτοβουλιών, μπορούν να συνεργαστούν, να αλληλοσυμπληρωθούν, να περιοριστούν αμοιβαία, να συμβιβαστούν και να εξισορροπήσουν, παράγοντας από κοινού πολιτικές. Προϋπόθεση επίτευξης των αναγκαίων βαθμών ισοτιμίας των ποικίλων αυτών εταίρων αποτελεί η διασφάλιση ισόρροπης ικανότητας πληροφόρησης και τεχνικής επεξεργασίας των δεδομένων εκάστου πεδίου πολιτικής. Η αναδιάταξη της σχέσης του τοπικού/μερικού με το κεντρικό/συνολικό αποτελεί μιά διαφορετική προϋπόθεση πολιτικο-διοικητικής αποτελεσματικότητας. Η αντικατάσταση της σημερινής «υπολειμματικής» συγκρότησης της τοπικής αυτοδιοίκησης από μιά διευρυμένη επικουρικότητα σε συνδυασμό με την αποτοπικοποίηση των διοικητικών λειτουργιών που καθιστούν εφικτή οι νέες τεχνολογίες πληροφόρησης και επικοινωνίας (ηλεκτρονική διοίκηση, ηλεκτρονική διακυβέρνηση, ηλεκτρονική δημοκρατία) θα γεννήσουν νέες δυνατότητες συμμετοχής στην λήψη και ελέγχου της εφαρμογής των πολιτικο-διοικητικών αποφάσεων και, εν τέλει, μιά διαφορετική σχέση ανάμεσα στο οικονομικό κοινωνικό και πολιτικό όλον και στα θεματικά και γεωγραφικά μέρη του. Η σοβαρή αναβάθμιση των ικανοτήτων στρατηγικού και επιχειρησιακού σχεδιασμού καθώς και ο ριζικός ανασχεδιασμός των διαδικασιών εφαρμογής, παρακολούθησης, ελέγχου, διόρθωσης και αξιολόγησης της υλοποίησης και των αποτελεσμάτων της, αλλά και η έμφαση στην -κρισιμότατη- τεχνική τεκμηρίωση των αποφάσεων συνιστούν, εν τέλει, τα μεθολογικά προαπαιτούμενα μιάς προοδευτικής διοικητικής πολιτικής. Συμπεραίνοντας θα μπορούσαμε να κωδικοποιήσουμε τα στοιχεία μιάς προοδευτικής διοικητικής πολιτικής ως ακολούθως 1. Η συστηματική, εκτεταμένη και αποτελεσματική δημόσια δράση είναι απολύτως αναγκαία για την διασφάλιση κοινωνικής ισορροπίας και ανάπτυξης. Η αγοραία αυτορρύθμιση δεν είναι σε θέση να επιλύσει τα διαρκώς επί το συνθετώτερο εξελισσόμενα κοινωνικά, περιβαλλοντικά και αναπτυξιακά προβλήματα. 2. Ο σχεδιασμός της δημόσιας δράσης θα πρέπει να γίνεται ολοκληρωμένα ανά τομέα δημόσιας πολιτικής εμπλέκοντας συνδυασμένα το σύνολο των δημοσίων φορέων που δραστηριοποιούνται σε δεδομένο πεδίο ανεξαρτήτως της θεσμικής τους φύσης (κεντρική διοίκηση, αυτοδιοικητικοί φορείς, νομικά πρόσωπα κ.λπ.). Ο σχεδιασμός αυτός θα πρέπει να έχει κεντρικό/καθοδικό χαρακτήρα ως προς τις στρατηγικές κατευθύνσεις και τις κύριες ποιοτικές και ποσοτικές προδιαγραφές προκειμένου να διασφαλίζεται η ενότητα της δημόσιας δράσης και να εξειδικεύεται εν συνεχεία γεωγραφικά και θεματικά προκειμένου να επιτυγχάνεται η ανταπόκριση σε ιδιαιτερότητες και επί μέρους ανάγκες. 3. Για την εύρυθμη συνεργασία των διαφόρων φορέων που συμπράττουν για την αποτελεσματική άσκηση πολιτικών χρειάζεται ενίσχυση της συντονιστικής λειτουργίας. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μεταξύ άλλων με τυποποίηση των συνεργασιακών διαδικασιών και την συγκρότηση ειδικών γραμματειών παρακολούθησης της υλοποίησης των αποφάσεων των συντονιστικών οργάνων από το κυβερνητικό έως το τοπικό επίπεδο. 4. Απαιτείται άμεση αναβάθμιση των σχεδιαστικών λειτουργιών των κάθε είδους φορέων δημόσιας δράσης. Η προσχηματική υιοθέτηση των επείσακτων από το ενωσιακό περιβάλλον τεχνικών διοικητικού σχεδιασμού (επιχειρησιακά σχέδια, μελέτες σκοπιμότητας, ανάλυση κόστους-ωφέλειας, τεχνικά δελτία έργων, ποιοτικοί και ποσοτικοί δείκτες κ.λπ.) θα πρέπει να δώσει την θέση της σε μια ουσιαστική ενσωμάτωσή τους στην τρέχουσα διοικητική εργασία που θα περιλαμβάνει: a. Χρήση τεχνικών προϋπολογισμού με βάση την ανάλυση του φυσικού έργου (Activity Based Budgeting) την ανάλυση κόστους-ωφέλειας. b. Μακροχρόνιοι προϋπολογισμοί c. Τυποποίηση διαδικασιών προγραμματισμού, παρακολούθησης/ ελέγχου και αξιολόγησης σε κάθε είδους φορείς και σε όλα τα επίπεδα της διοίκησης. d. Ανάπτυξη ενός συστήματος δημόσιας πληροφόρησης με συστηματοποίηση/ τυποποίηση και απλούστευση των κρίσιμων μεταβλητών που καθορίζουν την λήψη αποφάσεων στα διάφορα πεδία πολιτικής ώστε να διευκολύνεται η συμμετοχικότητα e. Τυποποίηση και θεσμική κατοχύρωση προδιαγραφών ποιότητας, αποτελεσματικότητας και ποιότητας για κάθε μορφή διοικητικού έργου f. Συστηματική χρήση ποιοτικών και ποσοτικών δεικτών διοικητικής απόδοσης τόσο για τον προγραμματισμό, όσο και για τον έλεγχο και την αξιολόγηση, από τους κάθε είδους φορείς και σε όλα τα επίπεδα της διοίκησης g. Εξασφάλιση εξειδικευμένων στελεχών σε θέματα σχεδιασμού και ελέγχου τόσο με πρόσληψη όσο και με επιμόρφωση. Αναγκαία τέλος είναι η τυποποίηση των διοικητικών διαδικασιών εφαρμογής των πολιτικών σε επίπεδο εκτέλεσης και η αξιοποίηση των εξαιρετικών δυνατοτήτων που προσφέρουν οι νέες τεχνολογίες για μείωση των διοικητικών ενεργειών, του διοικητικού φόρτου των υπηρεσιών και της επιβάρυνσης του χρήστη μέσω κοινά προσβάσιμων βάσεων δεδομένων (ψηφιακή διαλειτουργικότητα).&lt;/p&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1609159186292588994-8793973527541611336?l=cecl-epikairesparemvaseis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://cecl-epikairesparemvaseis.blogspot.com/feeds/8793973527541611336/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=1609159186292588994&amp;postID=8793973527541611336' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1609159186292588994/posts/default/8793973527541611336'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1609159186292588994/posts/default/8793973527541611336'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://cecl-epikairesparemvaseis.blogspot.com/2008/07/14-15042008_659.html' title=''/><author><name>CECL</name><uri>http://www.blogger.com/profile/12763879744371523610</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1609159186292588994.post-5278562772607712378</id><published>2008-07-14T08:47:00.000-07:00</published><updated>2008-08-25T04:18:26.141-07:00</updated><title type='text'></title><content type='html'>του &lt;em&gt;&lt;strong&gt;Παναγιώτη Καρκατσούλη,&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;&lt;/em&gt;&lt;strong&gt;Ο σχεδιασμός της ελληνικής στρατηγικής για τη μεταρρύθμιση&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;&lt;em&gt;&lt;strong&gt;&lt;/strong&gt;&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="justify"&gt;Επί σειρά δεκαετιών, η ελληνική δημόσια διοίκηση επικρίνεται για τη χαμηλή παραγωγικότητά της και την, συχνά αρνητική, αποδοτικότητά της. Ως αιτίες του προβλήματος επαναλαμβάνονται σταθερά: ο χαμηλός βαθμός επαγγελματισμού των δημοσίων υπαλλήλων που συνδέεται άμεσα με την αναξιοκρατία στις προσλήψεις, οι δομικές αδυναμίες των υπηρεσιών -ιδίως, των περιφερειακών και τοπικών- και το δαιδαλώδες κανονιστικό πλαίσιο που διέπει την δράση της δημόσιας διοίκησης. Όλες οι προηγούμενες αιτίες θεωρούνται ότι οφείλονται, με τη σειρά τους, σ’ ένα μεγα-αίτιο το οποίο δεν είναι άλλο παρά ο κομματικός παρεμβατισμός και οι κομματικές εξαρτήσεις της ελληνικής δημόσιας διοίκησης.&lt;br /&gt;Θεωρούμε όλη την προηγούμενη, και επί δεκαετίες αδιαφοροποίητα επαναλαμβανόμενη συζήτηση, παρωχημένη, ημιτελή και αποσπασματική. Επιπλέον, πλήρως αντιεπιστημονική και ενδεικτική της υπανάπτυξης των διοικητικών επιστημών στη χώρα μας. Είναι χαρακτηριστικό της μεταφυσικής αντίληψης εκείνων οι οποίοι στιγματίζουν διαρκώς μια «παθολογία» η οποία εξακολουθεί να μην αντιμετωπίζεται με τις ίδιες «θεραπείες» εδώ και τουλάχιστον 5 δεκαετίες ότι όχι μόνον δεν προβληματίζονται για τις έννοιες και τα μεθοδολογικά εργαλεία που χρησιμοποιούν γι’ αυτό αλλά καταφεύγουν σε θεωρίες συνομωσίας με «κρυφές ατζέντες» κι άλλα ευτράπελα.&lt;br /&gt;Όσο δεν οργανώνεται η συζήτηση γύρω από τα πραγματικά προβλήματα της δημόσιας πολιτικής και της δημόσιας διοίκησης τα οποία παράγονται, αλλάζουν, λύνονται η δεν λύνονται ανάλογα με τις εξελίξεις στην ίδια την κοινωνία, όσο το θέμα της διακυβέρνησης παραμένει εγκλωβισμένο μεταξύ των ΜΜΕ και των κομματικών επιτελείων κι όσο η μεταρρύθμιση του κράτους αποτελεί ένα ενδιαφέρον θέμα για τους κύκλους των ειδικών και των «ειδικών», δεν υπάρχει έξοδος από τον φαύλο κύκλο της διοικητικής υπανάπτυξης και των πολλαπλών εξαρτήσεων του ελληνικού κράτους από ποικίλους πολιτικούς, οικονομικούς εθνικούς και υπερεθνικούς σχηματισμούς με πολύ μεγαλύτερες δυνατότητες παρέμβασης στο πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό γίγνεσθαι από εκείνες που διαθέτει το ελληνικό κράτος.&lt;br /&gt;Η αποθέωση του ρόλου του κομματικού παρεμβατισμού διαρκώς πολιτικοποιεί τα πραγματικά ποικίλα προβλήματα της διοίκησης (διοικητικά, οργανωτικά, διαδικαστικά, επιχειρησιακά, κλπ) συσκοτίζοντάς τα, και με τον τρόπο αυτόν οδηγούμαστε στην συντήρηση των κομματικών παρεμβάσεων και στην ενίσχυση του ομφάλιου λώρου που συνδέει τα κόμματα με τη δημόσια διοίκηση, υπό την έννοια της «αυτο-δικαιούμενης προφητείας».&lt;br /&gt;H έξοδος από τον φαύλο κύκλο της αέναης διαδοχής «επιβεβαίωσης/διάψευσης» μπορεί να διαρραγεί μόνο μ’ έναν τρόπο: Με μια νέα Στρατηγική Διοικητικής Μεταρρρύθμισης.&lt;br /&gt;Η εκπόνηση στρατηγικής είναι μια ιδιαίτερα δύσκολη υπόθεση για τον εξής απλό λόγο: Δεν πρέπει και δεν μπορεί να προκύψει ως αποτέλεσμα κάποιων ευφάνταστων και δημιουργικών επιτελείων τα οποία αποτυπώνουν τις επιθυμίες τους ως στρατηγική. Η Στρατηγική της μεταρρύθμισης του Κράτους απαντάει στα πραγματικά, σημερινά προβλήματα, πράγμα που σημαίνει ότι στηρίζεται σε μια καλή γνώση τόσο των προβλημάτων της διοίκησης όσο και σε έναν σαφή προσανατολισμό για τη χώρα και το κράτος της τα επόμενα χρόνια.&lt;br /&gt;Μια ελληνική στρατηγική για τη μεταρρύθμιση του κράτους πρέπει να λαμβάνει υπόψη της τις βασικές κατευθύνσεις οι οποίες μόνον σ’ ένα ιδιοτυπικό συνδυασμό της παγκόσμιας διακυβέρνησης, του εξευρωπαϊσμού και του εξελληνισμού μπορούν να την καταστήσουν βιώσιμη. Έχουμε αναπτύξει αλλού τη σχέση μεταξύ των τριών καθοριστικών μεγεθών για την δημιουργία της κατάλληλης εθνικής στρατηγικής για τη διοικητική μεταρρύθμιση. Εδώ περιοριζόμαστε να υπογραμμίσουμε ότι η κεντρική έννοια γύρω από την οποία θα πρέπει να οργανωθεί η Στρατηγική είναι η «χρηστή διακυβέρνηση» Επειδή πολλά ερμηνευτικά και ψευδο-ερμηνευτικά λέγονται και γράφονται γύρω από την έννοια αυτή, θέλουμε να την ορίσουμε σε αντιδιαστολή με το νεο-φιλελεύθερο μοντέλο που θεωρεί τις μεταρρυθμίσεις που υποστασιοποιούν την χρηστή διακυβέρνηση (αποτελεσματικότητα, οικονομικότητα, αποδοτικότητα) ως υποστηρίγματα των αγορών. Διακυβέρνηση στο δικό μας σχήμα, σημαίνει, όμως, ισχυρό κράτος, ισχυρή οικονομία και ισχυρή κοινωνία πολιτών.&lt;br /&gt;Η χρηστή διακυβέρνηση στην Ελλάδα απαιτεί τη δρομολόγηση συγκεκριμένων μεταρρυθμιστικών δράσεων μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονται οι ακόλουθες:&lt;br /&gt;Ο ανασχεδιασμός της Κυβέρνησης και των κυβερνητικών οργάνων&lt;br /&gt;Η δομή και λειτουργία της σημερινής κυβέρνησης ερείδεται επί ενός προ 22ετίας θεσπισθέντος οργανωτικού πλαισίου το οποίο, ενώ, σήμερα, βρίσκεται σε πλήρη απαξίωση δεν αντικαθίσταται κιόλας. Η Κυβέρνηση ως συλλογικό όργανο εξακολουθεί να μην αποτελεί τίποτε περισσότερο από το άθροισμα των Υπουργών της οι οποίοι, με τη σειρά τους, διοικούν αρμοδιότητες και όχι αποτελέσματα βάσει των οποίων συγκροτούνται τα Υπουργεία.&lt;br /&gt;Η Κυβέρνηση στο σύνολό της δεν έχει στόχους, εσωτερικές διαδικασίες λειτουργίας που να της διασφαλίζουν αποτελεσματικότητα, συντονισμό και έλεγχο καλής λειτουργίας. Η Κυβέρνηση δεν έχει δείκτες αποδοτικότητας, δεν έχει περιγραφές θέσεων και καθηκόντων και οι Υπουργοί διορίζονται και παύονται με κριτήριο την κρίση του Πρωθυπουργού. Η Κυβέρνηση στερείται στοιχειωδών μέσων υποστήριξης του έργου της καθώς και κανόνων ανοιχτότητας και διαφάνειας οι οποίοι ήδη ισχύουν για άλλα, κατωτέρου επιπέδου, συλλογικά όργανα.&lt;br /&gt;Θεωρούμε ότι κανένα πρόβλημα πολιτικού είτε θεσμικού χαρακτήρα δεν πρόκειται να προκύψει, εάν η Κυβέρνηση αναδιοργανωθεί με κριτήρια αποτελεσματικότητας, αποδοτικότητας αλλά και οικονομικότητας. Η Κυβέρνηση δεν κινδυνεύει από τον διοικητικό εκσυγχρονισμό αλλά από τον διοικητικό αναχρονισμό της.&lt;br /&gt;Ο ιδιωτικός τομέας και στη χώρα μας έχει, προ πολλού, αφήσει πίσω του το αποτυχημένο μοντέλο της διοίκησης αρμοδιοτήτων και έχει υιοθετήσει μια διοίκηση αποτελεσμάτων. Είναι ελληνικό παράδοξο να εγκαλείται η δημόσια διοίκηση (στην περιφέρεια) για έλλειμμα αποτελεσματικότητας αλλά να μην τίθεται στο κέντρο του προβληματισμού το απλό γεγονός ότι τα Υπουργεία δεν μπορούν λόγω της αρχικής συνθήκης ίδρυσής τους να είναι αποτελεσματικά, αφού το κριτήριο της αρμοδιότητας βάσει του οποίου έχουν δημιουργηθεί και λειτουργούν, δεν έχει καμία απολύτως σχέση με τα αποτελέσματα της δράσης τους.&lt;br /&gt;Οι καθημερινοί διαξιφισμοί και «μάχες» μεταξύ Υπουργών, Υφυπουργών, και αιρετών είναι απολύτως φυσιολογικές, εφ όσον προκαλούνται από το ίδιο το γενεσιουργό υλικό που τους δημιούργησε, δηλαδή τις «αρμοδιότητες». Στη θέση της επιβαλλόμενης στενής συνεργασίας έχει υπεισέλθει μια βαθύτατη αντιδικία, τις περισσότερες φορές μη έχουσα κάποιο λογικό αίτιο, η οποία έχει παραλύσει την κυβερνητική μηχανή, έχει εκθέσει πολλαπλώς τη χώρα και είναι υπαίτια σημαντικών και μεγάλων προβλημάτων που αντιμετωπίζουν τόσο πολίτες όσο και επιχειρήσεις.&lt;br /&gt;Ακόμη και μετά από μνημειώδεις καταστροφές, όπως εκείνη που προκλήθηκε από τις πυρκαγιές του καλοκαιριού του 2007, η συζήτηση δεν αλλάζει σημείο αναφοράς αλλά επανέρχεται στον «αποσαφήνιση», και το «ξεκαθάρισμα» αρμοδιοτήτων.&lt;br /&gt;Στη θέση του αμήχανου προβληματισμού για το «ξεκαθάρισμα» των αρμοδιοτήτων και για την αδιέξοδη «άρση επικαλύψεων», προτείνουμε τη δημιουργία κυβέρνησης στηριγμένης στα αποτελέσματα που θα προκύπτουν από την εφαρμογή ολοκληρωμένων προγραμμάτων και δράσεων.&lt;br /&gt;Η δημόσια συμμετοχή και η διοικητική μεταρρύθμιση Η έλλειψη εμπιστοσύνης των πολιτών στην αποτελεσματικότητα των κυβερνήσεων και η γενικότερη αμφισβήτηση της νομιμοποίησης του πολιτικού συστήματος έχει σημάνει την αναζήτηση ενός νέου συμβολαίου μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνωμένων. Η συμμετοχή των πολιτών στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων και στην εφαρμογή των δημοσίων πολιτικών μέσω μηχανισμών διαβούλευσης θεωρείται πλέον αναγκαιότητα. Τις τελευταίες δύο δεκαετίες παρατηρείται έντονη κινητικότητα σε σχέση με την υιοθέτηση διαδικασιών διαβούλευσης και δημιουργίας δομών που τις υποστηρίζουν σε πολλές Ευρωπαϊκές και μη χώρες. Στη χώρα μας, όμως, η συζήτηση περί διαβούλευσης είναι σχεδόν ανύπαρκτη και οι πρακτικές εφαρμογές της εν σπέρματι και παντελώς αποσπασματικές.&lt;br /&gt;Ωστόσο, η κοινωνική διαβούλευση έχει μακρά και σημαντική ιστορία στη χώρα μας. Θα μπορούσαμε, για παράδειγμα, να την θεωρήσουμε ως μετεξέλιξη/αναβάθμιση του δημοκρατικού προγραμματισμού, η οποία μπορεί να οργανωθεί σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο: Τα δημοτικά και νομαρχιακά συμβούλια μπορούν να μετατραπούν σε ανοιχτά βήματα (fora) διαβούλευσης.&lt;br /&gt;Η διαβούλευση, σ’ ένα επόμενο βήμα, θα πρέπει να κατοχυρωθεί στον Δημοτικό και Κοινοτικό Κώδικα ως ουσιώδης τύπος των νομαρχιακών και δημοτικών αποφάσεων για θέματα τοπικής αρμοδιότητας.&lt;br /&gt;Μια πολιτική για την εδραίωση της διαβούλευσης στη χώρα μας θα πρέπει να εξετάσει τις δυνατότητες θέσπισης και οργάνωσης των ακόλουθων τριών τύπων δημόσιας συμμετοχής: της δημόσιας επικοινωνίας, της δημόσιας διαβούλευσης και της άμεσης δημόσιας συμμετοχής.&lt;br /&gt;Στη δημόσια Επικοινωνία η ροή της επικοινωνίας είναι μονοσήμαντη από την κυβέρνηση προς τους πολίτες και δεν υπάρχει άμεση συμμετοχή των πολιτών καθώς η αντίδραση στην πληροφορία δεν είναι το ζητούμενο και άρα δεν έχουν αναπτυχθεί οι ανάλογοι μηχανισμοί.&lt;br /&gt;Στη δημόσια Διαβούλευση η ροή της επικοινωνίας είναι από τους πολίτες προς την κυβέρνηση μέσω της χρήσης μηχανισμών που έχει θέσει σε λειτουργία η ίδια η κυβέρνηση. Η δυνατότητα πραγματικού διαλόγου μεταξύ πολιτών και κυβέρνησης είναι περιορισμένη.&lt;br /&gt;Στην άμεση Δημόσια Συμμετοχή: Η ροή της επικοινωνίας είναι διττή, δηλαδή και από την κυβέρνηση προς τους πολίτες, αλλά και από τους πολίτες προς την κυβέρνηση. Στην περίπτωση αυτή, υπάρχει δυνατότητα κάποιας μορφής διαλόγου.&lt;br /&gt;Για τη θεσμοθέτηση των αρχών και ενός συστήματος Διαβούλευσης απαιτείται η αποσαφήνιση των όρων και του εύρους της συμμετοχής, της αποτελεσματικότητας, της διαφάνειας και της λογοδότησης. Ιδιαίτερα, όσον αφορά στη λογοδότηση, οι φορείς που συμμετέχουν θα πρέπει να καθιστούν σαφές ποια συμφέροντα εκπροσωπούν και σε ποιο βαθμό γίνεται η εν λόγω εκπροσώπηση.&lt;br /&gt;Να σημειώσουμε μόνον ότι για να είναι αποτελεσματική η διαβούλευση θα πρέπει να ισχύει η αρχή της αναλογικότητας, δηλαδή η μέθοδος και το εύρος της πρέπει να είναι ανάλογα της επίπτωσης που θα έχει η πρόταση που αποτελεί αντικείμενο της διαβούλευσης.&lt;br /&gt;Θα πρέπει επίσης να μελετηθούν συστηματικά οι τύποι και οι πρακτικές της Δημόσιας Συμμετοχής, με σκοπό την αξιοποίηση για την προώθηση κρίσιμων πολιτικών, μορφών συμμετοχής, όπως οι ακόλουθες:&lt;br /&gt;Εκπομπή πληροφοριών&lt;br /&gt;Δημόσιες ακροάσεις/Δημόσιες συναντήσεις&lt;br /&gt;Κέντρα Υποδοχής (Ψηφιακή τηλεόραση/Διαδίκτυο)&lt;br /&gt;Τηλεφωνικές γραμμές πληροφοριών&lt;br /&gt;Δημοσκοπήσεις/Δημοψηφίσματα/Έρευνες&lt;br /&gt;Κείμενα διαβούλευσης&lt;br /&gt;Ηλεκτρονική Διαβούλευση&lt;br /&gt;Focus Groups&lt;br /&gt;Πάνελ πολιτών&lt;br /&gt;«Δικαστήρια Πολιτών»&lt;br /&gt;Ομάδες δράσης&lt;br /&gt;Διαβουλευτικές δημοσκοπήσεις&lt;br /&gt;Συγκεντρώσεις πόλεων&lt;br /&gt;Περαιτέρω, θα πρέπει να μελετηθεί η οργάνωση του θεσμικού πλαισίου της διαβούλευσης στην Ελλάδα με πιο σημαντικές δράσεις:&lt;br /&gt;α) Την οργάνωση του κεντρικού φορέα διαβούλευσης με σκοπό την παραγωγή και την παρακολούθηση εφαρμογής προτύπων διαβούλευσης και την&lt;br /&gt;β) Οργάνωση της διαβούλευσης ανά φάση και φορέα πολιτικής&lt;br /&gt;Η βελτίωση της ποιότητας των δημόσιων πολιτικών Θα πρέπει να ενισχυθούν οι λειτουργίες του στρατηγικού σχεδιασμού, του προγραμματισμού, της παρακολούθησης και του ελέγχου των πολιτικών σε όλα τα Υπουργεία με τη δημιουργία Μονάδων Σχεδιασμού και Τεκμηρίωσης Πολιτικών.&lt;br /&gt;Τα Υπουργεία θα πρέπει να αναδιοργανωθούν με βάση τη συνάφειά τους ως προς το πεδίο πολιτικής (policy space) και, ανάλογα, θα συγχωνευθούν είτε θα καταργηθούν ορισμένα από τα υφιστάμενα.&lt;br /&gt;Η Γενική Γραμματεία της Κυβέρνησης θα πρέπει να αναβαθμιστεί σε πραγματικά επιτελικό όργανο που θα ασκεί τον οριζόντιο συντονισμό των πολιτικών.&lt;br /&gt;Τα Υπουργεία θα αξιολογούνται συστηματικά ως προς την βελτίωση των βασικών επιτελικών τους λειτουργιών και, ιδίως, ως προς την βελτίωση του συντονισμού των δράσεων τους με την Περιφέρεια.&lt;br /&gt;Αναπόσπαστα μέρη μιας πολιτικής για τη βελτίωση της επιτελικής ικανότηταςτων Υπουργείων είναι τα ακόλουθα:&lt;br /&gt;Η σαφήνεια της αποστολής. Η αποσαφήνιση της αποστολής των κεντρικών, περιφερειακών και τοπικών δημοσίων οργανώσεων θα γίνει λαμβάνοντας υπόψη:&lt;br /&gt;Α) Την περιγραφή της αποστολής αντίστοιχων οργανώσεων στην ΕΕ και αλλού&lt;br /&gt;Β) Τις οριζόντιες (εξωτερικές) επικαλύψεις με άλλα Υπουργεία/Αρχές, Υπηρεσίες/ΔΕΚΟ καθώς και τις εσωτερικές επικαλύψεις μεταξύ των μονάδων του ίδιου φορέα.&lt;br /&gt;Γ) Την δυνατότητα δημιουργίας οριζόντιων /δικτυωτών αρμοδιοτήτων.&lt;br /&gt;Εκπόνηση νέων Οργανισμών Υπουργείων που θα είναι συμβατός με την αποστολή των Υπουργείων και με τη σύγχρονη αντίληψη των Υπουργείων- Επιτελείων κι όχι των Υπουργείων –Στρατώνων (το Π.Δ. που ορίζει τα των οργανισμών των Υπουργείων παραμένει το ίδιο από το 1974!!!!). Για να γίνει κατανοητό, τι πρέπει να αλλάξει:&lt;br /&gt;Για την άσκηση της αποστολής του Υπουργείου απαιτούνται επιτελικές και υποστηρικτικές μονάδες. Η αντιστοιχία μεταξύ τους σήμερα είναι ανεστραμμένη- οι επιτελικές μονάδες αποτελούν περίπου το 1/3 των μονάδων ενός Υπουργείου με τα 2/3 να έχουν υποστηρικτικό ρόλο. Η σχέση αυτή πρέπει να αντιστραφεί.&lt;br /&gt;Τα παραγόμενα αποτελέσματα της πολιτικής ενός Υπουργείου πρέπει να βρίσκονται σε ευθεία σχέση με την η αποστολή &lt;a name="_Toc151884032"&gt;του.&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;Η ανάλυση πολιτικής με σκοπό την επίλυση προβλημάτων (puzzling)&lt;br /&gt;Δημιουργία ad hoc δομών (όχι μόνο μελετητικών επιτροπών και ομάδων!) με σκοπό την επίλυση προβλημάτων που είναι «κόμπος» (πολλές συναρμοδιότητες, διαφορετικά επίπεδα διοίκησης, εμπλοκή δικαστηρίων, ανεξάρτητων αρχών). Με στόχο την επίτευξη ενός «overlapping consensus» θα οριστεί ένας από τους εμπλεκόμενους να συντονίζει και τους άλλους (πρόσθετη αρμοδιότητα) με σκοπό την επίτευξη ενός συγκεκριμένου στόχου της πολιτικής που θα έχει επιλεγεί. Ο συντονιστής θα «επιβάλλει» την καταλληλότερη εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή λύση αποφασίζοντας για το ποια από τις αρμοδιότητες- δικές του ή των άλλων- θα «περισταλούν» ή θα «αδρανήσουν» η θα ασκηθούν εν μέρει.&lt;br /&gt;Δραστικής μείωση της «συμβουλευτικής διοίκησης» (πολιτικοί σύμβουλοι πολιτικής ηγεσίας). Σήμερα συντηρείται ένα στρώμα «ενδιάμεσων» περί τα 2000 άτομα τα οποία συμβουλεύουν, δημιουργώντας κυρίως προβλήματα συνεννόησης, συντονισμού και αποτελεσματικότητας. Σ’ αυτές τις χιλιάδες συμβούλων δεν συμπεριλαμβάνονται οι πάσης φύσεως ομάδες, ιδίως δημοσίων υπαλλήλων που «μελετούν» (συνήθως θέματα της καθημερινής απασχόλησής τους) με σκοπό την επαύξηση του εισοδήματός τους.&lt;br /&gt;«Screening» όλων των προτάσεων πολιτικής που έχουν κατατεθεί από ιδιώτες συμβούλους και παραμένουν αναξιοποίητες ενώ έχουν πληρωθεί αδρά&lt;br /&gt;Η οικονομικότητα και εφικτότητα&lt;br /&gt;Εντοπισμός των στοιχείων κρίσιμων πολιτικών (π.χ. υγείας, περιφερειακής ανάπτυξης) με εμβαλωματικό χαρακτήρα που οδηγούν σε περιορισμένη εφικτότητα.&lt;br /&gt;Ανάλυση της οικονομικής διάστασης της πολιτικής μέσα από τις «μονάδες σχεδιασμού» και εντοπισμός αδυναμιών με σκοπό την εισαγωγή μεθόδων και μέσων (τεχνολογικών και μη) εκτίμησης κόστους (“controlling”).&lt;br /&gt;Επέκταση της πιλοτικής εφαρμογής προϋπολογισμού για κάθε μια από τις πολιτικές που θα στηρίζεται στην αποδοτικότητα των μονάδων εφαρμογής (Performance Based Budgeting).&lt;br /&gt;Μετασχηματισμός/ επέκταση των σημερινών διευθύνσεων «Διοικητικού – Οικονομικού» σε κέντρα αποτίμησης κόστους των πολιτικών (Cost Centres).&lt;br /&gt;Σύνδεση στόχων με μετρήσιμα αποτελέσματα (σύστημα οικονομικών και ηθικών κινήτρων).&lt;br /&gt;Θέσπιση ποσοτικών/ποιοτικών δεικτών και συστήματος μέτρησης του βαθμού επίτευξης των στόχων της υπηρεσίας.&lt;br /&gt;4. Παρακολούθηση της εφαρμογής των πολιτικών&lt;br /&gt;Παρακολούθηση των επιπτώσεων της πολιτικής μέσα από τις «Μονάδες Σχεδιασμού και τεκμηρίωσης πολιτικής»&lt;br /&gt;Σύγκριση αποτελεσμάτων πριν και μετά την εισαγωγή της πολιτικής&lt;br /&gt;Σχεδιασμός και εφαρμογή «κοινωνικών πειραμάτων» σε σταθερή βάση. Σε οριοθετημένο από τους φορείς αντικείμενο πολιτικής θα οργανωθούν «ομάδες επωφελούμενων» (“treatment groups”) και μη ωφελουμένων (“control groups”) με σκοπό την διακρίβωση της επέλευσης η μη των ωφελημάτων και της αξιολόγησης της βαρύτητάς τους.&lt;br /&gt;Στους ανασχεδιασμένους οργανισμούς που θα δομούν τις υπηρεσίες με βάση προγράμματα και όχι αρμοδιότητες (Project based organization).&lt;br /&gt;Ενσωμάτωση της αξιολόγησης των πολιτικών.&lt;br /&gt;Μελέτη και δημιουργία θεσμικού πλαισίου για την αξιολόγηση των δημοσίων πολιτικών βάσει δεικτών αποδοτικότητας.&lt;br /&gt;Επεξεργασία δεικτών αποδοτικότητας των πολιτικών σε επίπεδο υπηρεσιακών μονάδων.&lt;br /&gt;Μελέτη και δημιουργία δομών μέτρησης αποδοτικότητας σε κεντρικό, περιφερειακό και αποκεντρωμένο επίπεδο.&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1609159186292588994-5278562772607712378?l=cecl-epikairesparemvaseis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://cecl-epikairesparemvaseis.blogspot.com/feeds/5278562772607712378/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=1609159186292588994&amp;postID=5278562772607712378' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1609159186292588994/posts/default/5278562772607712378'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1609159186292588994/posts/default/5278562772607712378'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://cecl-epikairesparemvaseis.blogspot.com/2008/07/blog-post.html' title=''/><author><name>CECL</name><uri>http://www.blogger.com/profile/12763879744371523610</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1609159186292588994.post-1009705485536746756</id><published>2008-07-14T08:45:00.000-07:00</published><updated>2008-08-25T04:18:39.616-07:00</updated><title type='text'></title><content type='html'>&lt;p align="justify"&gt;του &lt;em&gt;&lt;strong&gt;Κυριάκου Σουλιώτη,&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;&lt;/em&gt;&lt;/p&gt;&lt;p align="justify"&gt;&lt;strong&gt;Η πολιτική υγείας στην Ελλάδα: Η επίδραση του οικονομικού περιβάλλοντος στη διαιώνιση των ανισοτήτων&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;&lt;em&gt;&lt;strong&gt;&lt;/strong&gt;&lt;/em&gt;&lt;/p&gt;&lt;p align="justify"&gt;Ένα από τα κύρια ζητήματα που απασχολεί την πολιτική υγείας στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια αφορά στην υψηλή συμμετοχή των πολιτών στο κόστος των υπηρεσιών υγείας, η οποία αποτελεί πάγιο πλέον χαρακτηριστικό της χρηματοδότησης του συστήματος μετά τη θεσμοθέτηση του ΕΣΥ. Σύμφωνα μάλιστα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, το 2006 οι ιδιωτικές δαπάνες υγείας στην Ελλάδα προσέγγισαν το 50% των συνολικών δαπανών υγείας, με το 95% αυτών να είναι άμεσες (out of pocket) πληρωμές. Η συνθήκη αυτή, όπως είναι αντιληπτό, αποτελεί παράγοντα που «αλλοιώνει» το δημόσιο χαρακτήρα του συστήματος υγείας, αφού ένα μεγάλο μέρος του χρηματοδοτικού βάρους μετατίθεται στα ατομικά και οικογενειακά εισοδήματα. Υπογραμμίζεται, μάλιστα, ότι η επιβάρυνση των νοικοκυριών για υπηρεσίες υγείας δεν εξαντλείται ως φαινόμενο στις εισοδηματικές ομάδες που μπορούν να καλύψουν το σχετικό κόστος, αλλά αντίθετα, είναι ευρέως διαδεδομένη και στα χαμηλά οικονομικά στρώματα του πληθυσμού. Κατά συνέπεια, η Ελλάδα εμφανίζει πολύ υψηλό ποσοστό «καταστροφικών δαπανών για την υγεία», δαπανών δηλαδή που υπερβαίνουν το 40% του συνολικού εισοδήματος των νοικοκυριών, με αποτέλεσμα το 2,4% εξ αυτών να βρίσκεται κάτω από τα όρια της φτώχειας, ως αποτέλεσμα κάποιου προβλήματος υγείας των μελών τους. Αν και τα επίπεδα αυτά της ιδιωτικής δαπάνης υγείας είναι αρκετά ώστε να μην επιτυγχάνεται ο στόχος της αναδιανεμητικότητας από το υφιστάμενο σύστημα χρηματοδότησης των υπηρεσιών και να διαιωνίζονται οι υφιστάμενες ανισότητες στην πρόσβαση στις διαθέσιμες φροντίδες, ωστόσο, στη διαμόρφωση ενός τέτοιου οικονομικού περιβάλλοντος, οδηγεί και η φιλοσοφία που διέπει τη δημόσια χρηματοδότηση των φροντίδων. Συγκεκριμένα, η σύνθεση των δημόσιων πηγών χρηματοδότησης του συστήματος υγείας στην Ελλάδα συνιστά ένα «παράδοξο», αφού, συνυπάρχουν με τάσεις εξισορρόπησης τόσο ο κρατικός προϋπολογισμός όσο και οι εισφορές της κοινωνικής ασφάλισης, το άθροισμα όμως των οποίων, όπως προαναφέρθηκε, δεν ξεπερνά το ήμισυ των συνολικών δαπανών υγείας. Ουσιαστικά, αναφερόμαστε σε ένα σύστημα με υψηλό ενδιάμεσο διοικητικό-γραφειοκρατικό κόστος και κόστος χρόνου, το οποίο ανεπιτυχώς επιχειρείται να «αποσβεστεί» μέσα από ένα μηχανισμό πλασματικών τιμών σε όλα τα επίπεδα του συστήματος. Στο περιβάλλον αυτό αναδύονται παράπλευροι μηχανισμοί εξισορρόπησης της προσφοράς και της ζήτησης, όπως η υπερκατανάλωση υπηρεσιών, η συνταγογράφηση περιττών φροντίδων και η ανάπτυξη παραοικονομικών συναλλαγών. Τις συνέπειες δε των πρακτικών αυτών υφίσταται τόσο οι πολίτες, όσο και τα ασφαλιστικά ταμεία που καλύπτουν ένα μεγάλο μέρος του κόστους, χωρίς να έχουν τους αναγκαίους μηχανισμούς ελέγχου του όγκου των καταναλισκόμενων –υπό ασφαλιστική κάλυψη– υπηρεσιών. Στο σημείο αυτό αναδεικνύεται το σημαντικότερο ίσως έλλειμμα της πολιτικής υγείας στη χώρα μας: η μη ολοκλήρωση του υπο-συστήματος της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, παρά τις αλλεπάλληλες προσπάθειες θεσμικής του ρύθμισης. Οι συνέπειες, μάλιστα, από την απουσία ενός ολοκληρωμένου συστήματος πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, είναι εντονότερες, διότι αυτή συνδυάζεται με το φαινόμενο του ιατρικού πληθωρισμού, το χαλαρό πλέον πλαίσιο περιφερειακής διοίκησης του συστήματος υγείας, τη ραγδαία ανάπτυξη και την ανεξέλεγκτη πολλές φορές λειτουργία του ιδιωτικού τομέα στο πεδίο αυτό και την έλλειψη συντονισμού μεταξύ της κεντρικής πολιτικής υγείας και των επιλογών των κλάδων υγείας των ασφαλιστικών οργανισμών. Λογικά λοιπόν, οι πολίτες καλύπτουν τις ανάγκες τους σε πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας κυρίως σε ιδιωτική βάση, γεγονός το οποίο μπορεί να ερμηνευθεί ως εκδήλωση της προτίμησής τους να αποφύγουν το κόστος του χρόνου το οποίο πολλές φορές επιβάλλει η χρήση του ασφαλιστικού δικαιώματος. Οι παραπάνω διαπιστώσεις έχουν απασχολήσει σε μεγάλο βαθμό τόσο την επιστημονικό όσο και τον πολιτικό και κοινωνικό διάλογο γύρω από την πολιτική υγείας στη χώρα μας. Η απομάκρυνση από το θεμελιώδη στόχο της ισότητας στην πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας είναι πλέον εμφανής και εκδηλώνεται στη βάση πολλών κριτηρίων-παραγόντων όπως το εισόδημα, η μόρφωση, το επάγγελμα, η γεωγραφική περιοχή κ.ά. Σήμερα, ίσως περισσότερο από ποτέ, είναι εμφανής η ανάγκη για ουσιαστικές τομές στο σύστημα υγείας, αφού οι δημογραφικές εξελίξεις και οι οικονομικές πιέσεις καθιστούν ακόμη πιο περιοριστικό το πλαίσιο των διαθέσιμων επιλογών. Ουσιαστικά, απαιτείται ένα «νέο κίνημα υγείας», το οποίο θα επιμείνει στην υπεράσπιση του δημόσιου χαρακτήρα του συστήματος υγείας, για τη διατήρηση όμως του οποίου βασική προϋπόθεση είναι να υιοθετηθεί μια νέα στρατηγική διαχείρισης των πόρων και διοίκησης των δομών, η οποία βέβαια με τη σειρά της προϋποθέτει την ύπαρξη αξιόπιστων δεδομένων και δεικτών για τη λειτουργία του συστήματος και τον τρόπο αξιοποίησης των πόρων. Υπό το πρίσμα αυτό, η πολιτική υγείας καλείται να εγκαταλείψει πρακτικές που είχαν ως αφετηρία την ελαχιστοποίηση του πολιτικού κόστους και ως στόχο τη διαχείριση της συγκυρίας, και να συμβάλλει ουσιαστικά στην αποκατάσταση της ισότητας, τη βελτίωση της ποιότητας των παρεχόμενων φροντίδων, την εισαγωγή νέων κανόνων διαφάνειας στη διαχείριση των πόρων, την αξιολόγηση και τον επανασχεδιασμό των υπηρεσιών και την εφαρμογή μιας ολοκληρωμένης πολιτικής για το ανθρώπινο δυναμικό. Ενδεικτικά, κατ’ αρχάς είναι επιβεβλημένη η αλλαγή του υποδείγματος χρηματοδότησης των υπηρεσιών υγείας η οποία θα μπορούσε να υλοποιηθεί με την επιλογή του Υπουργείου Υγείας ως διαχειριστή των πόρων των φορέων κοινωνικής ασφάλισης όσον αφορά την παροχή υπηρεσιών από τις δομές του ΕΣΥ. Συμπληρωματικά προς αυτό, η ένταξη των ιδιωτικών δομών στον εθνικό σχεδιασμό για την υγεία, υπό την προϋπόθεση ότι θα ικανοποιούνται ποιοτικοί και οικονομικοί όροι που θα τεθούν από την κεντρική διοίκηση, θα ενισχύσει την επάρκεια των υπηρεσιών και το επίπεδο ελευθερίας επιλογής των χρηστών. Επιπρόσθετα, η διαμόρφωση ενός υπο-συστήματος πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας μέσω της αξιοποίησης των υπηρεσιών του ΙΚΑ και των άλλων ταμείων, θα αποτελέσει ένα σημαντικό βήμα για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας και της αποδοτικότητας του συστήματος συνολικά. Σε κάθε περίπτωση και ανεξάρτητα από το ακριβές περιεχόμενο των μέτρων που θα επιλέξει η πολιτική υγείας, στρατηγικός στόχος της τελευταίας θα (πρέπει να) είναι το να λειτουργήσει το σύστημα υγείας όχι ως παράγοντας διαιώνισης των ανισοτήτων και επιβάρυνσης των δημόσιων οικονομικών, αλλά ως μοχλός ανάπτυξης που παράγει ευκαιρίες, επενδύσεις και θέσεις εργασίας.&lt;/p&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1609159186292588994-1009705485536746756?l=cecl-epikairesparemvaseis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://cecl-epikairesparemvaseis.blogspot.com/feeds/1009705485536746756/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=1609159186292588994&amp;postID=1009705485536746756' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1609159186292588994/posts/default/1009705485536746756'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1609159186292588994/posts/default/1009705485536746756'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://cecl-epikairesparemvaseis.blogspot.com/2008/07/14-15042008_6526.html' title=''/><author><name>CECL</name><uri>http://www.blogger.com/profile/12763879744371523610</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1609159186292588994.post-6395344596133909288</id><published>2008-07-14T08:44:00.000-07:00</published><updated>2008-08-25T04:19:04.291-07:00</updated><title type='text'></title><content type='html'>&lt;p align="justify"&gt;του &lt;strong&gt;&lt;em&gt;Γιάννη Μυλόπουλου,&lt;br /&gt;&lt;/em&gt;&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;&lt;p align="justify"&gt;&lt;strong&gt;Το κράτος στην εποχή της "πράσινης" ανάπτυξης&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;&lt;strong&gt;&lt;em&gt;&lt;/em&gt;&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;&lt;p align="justify"&gt;Τα σημερινά αδιέξοδα Μετά την ιστορικής σημασίας κατάρρευση του μοντέλου της κρατικής οικονομίας στις χώρες του λεγόμενου υπαρκτού σοσιαλισμού, οι μόνες ρεαλιστικές επιλογές για την οργάνωση του σύγχρονου κράτους, είναι ο οικονομικός φιλελευθερισμός και ο δημοκρατικός σοσιαλισμός. Και τα δύο αυτά μοντέλα πολιτικής οργάνωσης, παρά τα πλεονεκτήματα που καθένα διαθέτει, αντιμετωπίζουν σήμερα σοβαρά αδιέξοδα. Τα οποία συνδέονται άμεσα με τα δύο ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που σημαδεύουν τη σημερινή εποχή: Την παγκοσμιοποίηση της οικονομίας αφενός και την κλιματική αλλαγή αφετέρου.&lt;br /&gt;Ο οικονομικός φιλελευθερισμός Ο οικονομικός φιλελευθερισμός υπόσχεται βέβαια την οικονομική ανάπτυξη και μέσω αυτής σε μεγάλο βαθμό και την αντιμετώπιση του προβλήματος της απασχόλησης, στερείται όμως τόσο κοινωνικής, όσο και οικολογικής νομιμοποίησης. Όπως αποδεικνύεται σήμερα εκ του αποτελέσματος, οι οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες στον πλανήτη ενισχύθηκαν επί των ημερών της ανεξέλεγκτης διακίνησης κεφαλαίων και αγαθών. Όπως καθημερινά διαπιστώνεται, η προτεραιότητα της εξασφάλισης υπερκερδών για τους λίγους, δεν επιτρέπει την ισότιμη πρόσβαση όλων ούτε στην παραγωγή και τη διανομή των κερδών, ούτε όμως και στο αγαθό της ποιότητας της ζωής. Κι αυτό ισχύει τόσο σε τοπικό, όσο και σε διεθνές επίπεδο. Το παράδειγμα της Ν. Ορλεάνης στη μητρόπολη του οικονομικού φιλελευθερισμού, τις ΗΠΑ, όπου ένα πλούσιο και ισχυρό κράτος κατέρρευσε μπροστά σε μια φυσική καταστροφή που συνέβη σε μια μη πλεονεκτική οικονομικά και κοινωνικά περιοχή, δεν είναι παρά η κορυφή ενός τεράστιου παγόβουνου κοινωνικής αδικίας και μεγάλων ανισοτήτων, που κρύβεται κάτω από την εικόνα της ευημερίας των λίγων. Το μοντέλο του οικονομικού φιλελευθερισμού όμως, «σκοντάφτει» και σ’ ένα ακόμη σοβαρότερο, ίσως, σημείο. Υπόσχεται ευημερία για όλους, τη στιγμή που σήμερα είναι ευρέως γνωστό, ότι με τους ρυθμούς που προχωρεί η επιθετική ανάπτυξη που επιβάλλει, θα χρειάζονταν οι φυσικοί πόροι και ο οικολογικός πλούτος τριών περίπου πλανητών σαν τη γη, για να στηρίξουν μια ανάπτυξη όπου το σύνολο του πληθυσμού της γης, θα απολαμβάνει επίπεδα ευημερίας αντίστοιχα με αυτά της πλούσιας δύσης. Αφού για την ευημερία του 25% των κατοίκων του πλανήτη που ζουν στον πλούσιο βορρά, χρειάστηκε μέχρι σήμερα η καταστροφή του 70% του παγκόσμιου οικολογικού κεφαλαίου! Δεν αρκεί με άλλα λόγια το παγκόσμιο οικοσύστημα για να συντηρήσει τη σημερινή ανάπτυξη που προτείνει η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση. Το κοινωνικό πρόταγμα της καθολικής ευημερίας που προβάλλει σήμερα ο οικονομικός φιλελευθερισμός είναι συνεπώς προσχηματικό, καθώς αποδεικνύεται οικολογικά ατελέσφορο. Η διαπίστωση αυτή, στην εποχή της κλιματικής αλλαγής τείνει να εξελιχθεί σε μείζονα αιτία αδιεξόδου.&lt;br /&gt;Το πρότυπο του δημοκρατικού σοσιαλισμού Το «κεϊνσιανό» σοσιαλδημοκρατικό μοντέλο πολιτικής οργάνωσης του κράτους, με τον αναδιανεμητικό χαρακτήρα και τις σημαντικές κοινωνικές δαπάνες, δεν έχει μεγάλα περιθώρια επιβίωσης στο σύγχρονο διεθνή ανταγωνισμό. Αφού σε συνθήκες παγομσιοποιημένης οικονομίας, η αξία των επενδύσεων κρίνεται από το βαθμό και κυρίως από την αμεσότητα της ανταποδοτικότητάς τους. Επιπλέον, η κατάργηση των συνόρων και η μεγάλη κινητικότητα του κεφαλαίου, οδηγεί το σοσιαλδημοκρατικό πρότυπο της εργασιακής ασφάλειας σε οικονομική ύφεση και ανεργία. Αφού κανείς δεν μπορεί να σταματήσει τις επιχειρήσεις να μετακινούνται και να επενδύουν εκεί, όπου το κόστος της παραγωγής και το εργασιακό καθεστώς, είναι ευνοϊκότερα γι’ αυτές. Αλλά και τα οικολογικά αδιέξοδα που κατ’ εξοχήν έχουν συνδεθεί με τον οικονομικό φιλελευθερισμό, εξακολουθούν να ισχύουν και στο σοσιαλδημοκρατικό πρότυπο οργάνωσης του κράτους. Η εξάντληση των φυσικών πόρων κι η υποβάθμιση των περιβαλλοντικών συστημάτων, όσο αντιμετωπίζονται στο πλαίσιο του κοινωνικού κράτους και όσο αποτελούν αιτίες για την αύξηση των κοινωνικών δαπανών, επιβαρύνουν έτι περαιτέρω τις εθνικές οικονομίες και επιδεινώνουν τα οικονομικά αδιέξοδα που προκαλεί ο διεθνής ανταγωνισμός. Γεγονός που επιτείνει τα προβλήματα που σχετίζονται με τη διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων, ως αποτέλεσμα της άνισης πρόσβασης στα περιβαλλοντικά αγαθά. Τα οποία όμως αποτελούν τη βάση τόσο για την ανάπτυξη, όσο και για τη διασφάλιση της ποιότητας της ζωής. Η παραδοσιακή δομή οργάνωσης του κράτους τέλος, με τον κατακερματισμό των αρμοδιοτήτων σε κυβερνητικούς τομείς και επιμέρους υπουργεία, δεν απαντά στις προκλήσεις της αειφορίας. Η οποία ως γνωστό απαιτεί το σχεδιασμό και την εφαρμογή μιας ολοκληρωμένης οικονομικής, κοινωνικής και περιβαλλοντικής πολιτικής. Έτσι και στο σοσιαλδημοκρατικό πρότυπο, η ενεργειακή πολιτική εξακολουθεί να μη συναντά τους σχεδιασμούς της καταπολέμησης του φαινομένου του θερμοκηπίου, η διαχείριση των υδατικών πόρων συνεχίζει να υλοποιείται ανεξάρτητα από τους αναπτυξιακούς σχεδιασμούς, ο τουρισμός κι η ανάπτυξη της υπαίθρου παραμένουν εκτός περιβαλλοντικής πολιτικής και η προστασία των οικοσυστημάτων και των φυσικών πόρων, εξακολουθεί να υλοποιείται εκτός πλαισίου πρόληψης των φυσικών κινδύνων και εκτός συστήματος διαχείρισης των οικολογικών κρίσεων. Όσο για την υποστήριξη του κοινωνικού κράτους και της περιβαλλοντικής πολιτικής, αυτή εξακολουθεί να εξαρτάται απόλυτα από τα περιθώρια της οικονομικής πολιτικής...&lt;br /&gt;Το μοντέλο της «Πράσινης» Ανάπτυξης Το σημερινό πολιτικό αδιέξοδο, αποτελεί μια ακόμη πρόκληση για την ανθρώπινη ευφυία. Η προοδευτική σκέψη έχει υποχρέωση να προτείνει έναν εναλλακτικό δρόμο, προσαρμοσμένο στις ανάγκες της σύγχρονης εποχής. Στο πλαίσιο αυτής της προσπάθειας, το παραδοσιακό «κεινσιανό» μοντέλο της οικονομικής ανάπτυξης με κοινωνική δικαιοσύνη διευρύνεται, προκειμένου να συμπεριληφθεί ως τρίτος και ισότιμος πόλος, η οικολογική συνιστώσα. Δημιουργείται έτσι ένα νέο, εναλλακτικό, όσο και σύνθετο πολιτικό μοντέλο, που απαντά στα σημερινά οικονομικά, κοινωνικά και ταυτόχρονα και περιβαλλοντικά αδιέξοδα: Το αειφορικό πολιτικό μοντέλο της ισόρροπης οικονομικής, κοινωνικής και οικολογικής ανάπτυξης, εξασφαλίζει σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης και κλιματικής αλλαγής μια ανάπτυξη με ανθρώπινο πρόσωπο. Μια ανάπτυξη δηλαδή που θα δεν θα είναι μόνο οικονομικά αποδοτική και κοινωνικά δίκαιη, αλλά θα είναι και οικολογικά εφικτή, επειδή ακριβώς θα είναι συμβατή με τη φέρουσα ικανότητα του πλανήτη. Η επίτευξη του στόχου της περιβαλλοντικής ακεραιότητας όμως, εφόσον θεωρείται αναγκαία και ικανή συνθήκη για να υπάρξει τόσο οικονομική ανάπτυξη, όσο και κοινωνική δικαιοσύνη, είναι σαφές ότι δεν μπορεί να είναι συνώνυμη μόνο με αναπτυξιακούς φραγμούς, ούτε να μεταφράζεται αποκλειστικά ως οικονομικό κόστος. Ιδιαίτερα σε μια εποχή έξωθεν ισχυρού οικονομικού ανταγωνισμού, όπως αυτή της παγκοσμιοποίησης. Στο μοντέλο της ισόρροπης ανάπτυξης συνεπώς, οι περιβαλλοντικοί στόχοι δεν πρέπει να επιτυγχάνονται μόνον ως αποτέλεσμα αυστηρών ρυθμιστικών κανόνων, κρατικών παρεμβάσεων και νομικών περιορισμών, που σκοπό έχουν την απαγόρευση ή και την τιμωρία των μη φιλικών προς το περιβάλλον δράσεων. Θα πρέπει επιπλέον να αναζητηθούν τρόποι, προκειμένου οι οικολογικοί στόχοι να συνδέονται με την οικονομία και να λειτουργούν ως οικονομικά κίνητρα. Το αναπτυξιακό μοντέλο λοιπόν της εποχής του ψυχρού πολέμου, που στηρίχτηκε στην επάρκεια των αγαθών σε εθνικό επίπεδο και στράφηκε προς περιβαλλοντικά καταστροφικές, πλην όμως οικονομικά σκόπιμες δραστηριότητες, θα πρέπει σήμερα να εγκαταλειφθεί. Και να αντικατασταθεί από μια ανάπτυξη που θα βασίζεται στα συγκριτικά πλεονεκτήματα κάθε τόπου. Η οποία στη σημερινή εποχή της παγκοσμιοποίησης της οικονομίας και της κλιματικής αλλαγής, απαντά τόσο στο πρόβλημα του οικονομικού ανταγωνισμού, όσο και σε εκείνο της υπέρβασης της φέρουσας ικανότητας των τοπικών οικοσυστημάτων. Η «πράσινη» ανάπτυξη λοιπόν και οι «πράσινες» οικονομικές δραστηριότητες, επειδή ακριβώς ενσωματώνουν τους περιβαλλοντικούς στόχους, λειτουργούν αφ’ εαυτών και ως κίνητρα οικολογικής συμπεριφοράς. Αποτελώντας έτσι την πεμπτουσία του νέου μοντέλου της ισόρροπης ανάπτυξης.&lt;br /&gt;Αρκεί η ίδρυση υπουργείου Περιβάλλοντος; Η στροφή προς το νέο «πράσινο» μοντέλο ανάπτυξης, έχει σχεδόν απόλυτα συνδεθεί στη χώρα μας με την ίδρυση ξεχωριστού υπουργείου Περιβάλλοντος. Αρκεί όμως σήμερα η ίδρυση ενός ακόμη υπουργείου, προκειμένου να ενσωματωθεί η οικολογική συνιστώσα στην οικονομική ανάπτυξη και να αποκατασταθούν οι κοινωνικές αδικίες της περιβαλλοντικής υποβάθμισης; Παρόλο που ασφαλώς και η ίδρυση ξεχωριστού υπουργείου αποτελεί μια σημαντική τομή, έστω και στο επίπεδο του συμβολισμού, εντούτοις δεν αρκεί από μόνη της για να απαντήσει στα σημερινά αδιέξοδα. Αυτό γίνεται αντιληπτό, αν ληφθούν υπόψη οι ιδιαίτερες απαιτήσεις σε κρατική οργάνωση, που συνδέονται με την εφαρμογή μιας αειφορικής πολιτικής οικονομικής, κοινωνικής και περιβαλλοντικής ανάπτυξης. Η προσαρμογή της ενεργειακής πολιτικής στις σύγχρονες απαιτήσεις της καταπολέμησης της υπερθέρμανσης του πλανήτη για παράδειγμα, με τη στροφή που απαιτείται προς τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και την αλλαγή του μοντέλου της διαχείρισης της ενεργειακής προσφοράς στην κατεύθυνση της διαχείρισης της ενεργειακής ζήτησης, δεν είναι υπόθεση μόνο περιβαλλοντικής, αλλά συγχρόνως και ενεργειακής πολιτικής. Ο σχεδιασμός μιας βιώσιμης υδατικής πολιτικής κι η υλοποίηση ολοκληρωμένων σχεδίων για τη διαχείριση του νερού σε επίπεδο λεκανών απορροής επίσης, που εκτός των άλλων απαιτεί την αναδιάρθρωση των καλλιεργειών, τον επαναπροσανατολισμό του τουρισμού και τη ριζική αλλαγή της αγροτικής ανάπτυξης στην κατεύθυνση της ολοκληρωμένης ανάπτυξης της υπαίθρου, είναι μια υπόθεση που στη σημερινή τουλάχιστον κρατική δομή, ξεπερνά τις αρμοδιότητες ενός υπουργείου περιβάλλοντος. Η στροφή τέλος προς τις σύγχρονες μορφές ολοκληρωμένης διαχείρισης των απορριμμάτων και των αποβλήτων κι η απόδοση οικονομικών κινήτρων για την ενσωμάτωση φιλικών προς το περιβάλλον τεχνολογιών και πρακτικών, όσο κι ο επαναπροσανατολισμός των οικονομικών δραστηριοτήτων στην κατεύθυνση της «πράσινης» οικονομίας, προκειμένου αυτές να γίνουν συμβατές με τη φέρουσα ικανότητα της φύσης, δεν εξαντλούνται με την ίδρυση ενός ακόμη υπουργείου. Αντίθετα, όλες αυτές οι «ολοκληρωμένες πολιτικές», προϋποθέτουν τη συνολική αναδιοργάνωση της κρατικής λειτουργίας, προκειμένου να επιτευχθεί η οριζόντια διάχυση της περιβαλλοντικής πολιτικής, σε όλους ανεξαιρέτως τους τομείς της οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης.&lt;br /&gt;Κράτος και «Πράσινη» Ανάπτυξη Το νέο μοντέλο του «πράσινου» κράτους, απαιτεί λοιπόν μια εντελώς νέα και ισχυρή δομή ενός κράτους - στρατηγείου, προκειμένου οι οικονομικές, κοινωνικές και οικολογικές παράμετροι να ολοκληρώνονται και να υλοποιούνται σ’ ένα ενιαίο πλαίσιο πολιτικής παρέμβασης. Οι «πράσινοι» λογαριασμοί, με την ένταξη στα οικονομικά μεγέθη, όπως στο ΑΕΠ, τον κρατικό προϋπολογισμό, το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών κλπ, με θετικό πρόσημο της αξίας του φυσικού κεφαλαίου και με αρνητικό των φυσικών και περιβαλλοντικών καταστροφών, (εξάντληση υδατικών αποθεμάτων, καταστροφή οικοσυστημάτων, δασικές πυρκαγιές, αστικοποίηση της υπαίθρου κλπ), καθώς και η επιβολή ενός «πράσινου» φορολογικού συστήματος, που θα αποδίδει οικονομικά κίνητρα οικολογικής δράσης και θα επιβάλει ποινές στις εχθρικές για το περιβάλλον πρακτικές, δεν θα απαιτήσει τίποτε περισσότερο από μια νέα «επανάσταση» στον τρόπο που παραδοσιακά λειτουργεί το κράτος. Επαναφέροντας την κοινωνική δικαιοσύνη από την πρακτική των παροχών, στο επίπεδο της επιδίωξης της πραγματικής ισοτιμίας. Όπου η φύση και τα αποθέματά της, ως δημόσια αγαθά, θα ανήκουν εξ ίσου σε όλους κι όχι μόνο στους οικονομικά ισχυρούς. Όπου το κέρδος, δεν θα ταυτίζεται υποχρεωτικά με την καταστροφή των πολλών. Κι όπου το όφελος για τους πολλούς, θα αποτελεί την υποχρεωτική επιδίωξη και την αυτονόητη πραγματικότητα του κράτους. Η νέα αυτή κρατική οργάνωση θα γυρίσει οριστικά την πλάτη σ’ αυτό που συμβαίνει σήμερα, όπου οι επενδύσεις στο φυσικό περιβάλλον, καθώς και στην πρόληψη και την αντιμετώπιση των φυσικών καταστροφών, χαρακτηρίζονται ως ελλείμματα στον κρατικό προϋπολογισμό. Και όπου αντίθετα, οι περιβαλλοντικές καταστροφές, (καταπατήσεις δασών και αυθαίρετη δόμηση, αστικοποίηση και ανεξέλεγκτη τουριστική ανάπτυξη υπαίθρου, νησιών και παραλιών, εξάντληση υδατικών αποθεμάτων και λοιπών φυσικών και ενεργειακών πόρων), όχι απλώς δεν εγγράφονται στους οικονομικούς προϋπολογισμούς ως ζημιές, αλλά συχνά, όσο συντηρούν οικονομικά συμφέροντα και όσο εξυπηρετούν πολιτικές σκοπιμότητες, αντιμετωπίζονται και με θετικό πρόσημο, ως κέρδη για την εθνική οικονομία. Μόνον έτσι θα αποφύγουμε την επανάληψη του εφιάλτη του καλοκαιριού του 2007. Όταν οι κατά τα άλλα αναμενόμενες, στο πλαίσιο της κλιματικής αλλαγής, φυσικές καταστροφές, αντιμετωπίστηκαν από το ανέτοιμο και γι’ αυτό ανίκανο να αντιδράσει κράτος, ως «ασύμμετρες απειλές». Κι όταν το κράτος, αντί της όποιας συγκροτημένης πολιτικής παρέμβασης, διένειμε προεκλογικά τριχίλιαρα έναντι αποζημίωσης για τη μεγάλη εθνική καταστροφή.&lt;/p&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1609159186292588994-6395344596133909288?l=cecl-epikairesparemvaseis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://cecl-epikairesparemvaseis.blogspot.com/feeds/6395344596133909288/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=1609159186292588994&amp;postID=6395344596133909288' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1609159186292588994/posts/default/6395344596133909288'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1609159186292588994/posts/default/6395344596133909288'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://cecl-epikairesparemvaseis.blogspot.com/2008/07/14-15042008_5895.html' title=''/><author><name>CECL</name><uri>http://www.blogger.com/profile/12763879744371523610</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1609159186292588994.post-6148997563246674001</id><published>2008-07-14T08:05:00.000-07:00</published><updated>2008-08-25T04:19:17.551-07:00</updated><title type='text'></title><content type='html'>&lt;div align="justify"&gt;του &lt;strong style="font-style: italic;"&gt;Αργύρη Πασσά,&lt;/strong&gt;&lt;/div&gt;&lt;div align="justify"&gt;&lt;strong&gt;&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;1. Η συνθετότητα και η πολυπλοκότητα των σύγχρονων κοινωνικών και πολιτικών προβλημάτων θέτουν νέες προϋποθέσεις στη χάραξη της δημόσιας δράσης και τη διαμόρφωση συλλογικών πολιτικών στόχων. Η νεοφιλελεύθερη αντίληψη περί «διακυβέρνησης» επιδιώκει την απεμπόλιση ζωτικών λειτουργιών του κράτους και την πρόταξη της (διαχειριστικής) αποτελεσματικότητας σε βάρος των διαδικασιών δημοκρατικής νομιμοποίησης και πολιτικού ελέγχου της δημόσιας δράσης. Αντίθετα η μεταβίβαση αρμοδιοτήτων (καθέτως και οριζοντίως) ενισχύει τον ρυθμιστικό ρόλο του κράτους και διασφαλίζει την αποτελεσματική παραγωγή των δημόσιων αγαθών, με την προϋπόθεση, όμως, της λειτουργικής, και όχι μόνο θεσμικής, ανασχεδίασης της πολιτικής διαδικασίας. Το ζητούμενο δεν είναι μόνον ποιος είναι αρμόδιος να «κάνει τι», αλλά και «πως το κάνει», δηλαδή, πως ασκεί την αρμοδιότητά του αυτή. &lt;/div&gt;&lt;div align="justify"&gt;2. Ο συγκρουσιακός και πολωτικός χαρακτήρας του Ελληνικού πολιτικού συστήματος (πλειοψηφικός κοινοβουλευτισμός) και η απουσία της κουλτούρας του διαλόγου και της συναίνεσης αποτελούν τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά της λειτουργίας των θεσμών και της πολιτικής διαδικασίας. Παράγωγα του ιδιότυπου συγκρουσιακού χαρακτήρα του ελληνικού δημοκρατικού συστήματος είναι αφενός ο προσωποκεντρικός χαρακτήρας της λειτουργίας των δημόσιων θεσμών (κατίσχυση των προσώπων έναντι των θεσμών), με την παράλληλη διάσταση μεταξύ τυπικών κανόνων και άτυπων πρακτικών και διαδικασιών (χαμηλός βαθμός νομιμοποίησης και θεσμοποίησης) και αφετέρου, η κατίσχυση της κουλτούρας του προφορικού λόγου, ή αλλιώς, η απουσία της κουλτούρας του γραπτού λόγου, δηλαδή του κειμένου ∙ του μέσου πραγμάτωσης της συλλογικής ταυτότητας των θεσμών, το οποίο υπερβαίνει την προσωποκεντρική λογική, και δοκιμάζει το βάθος και την αντοχή των σκεπτικών και των επιχειρημάτων (τεκμηρίωση). Η απουσία τεκμηρίωσης στη δημόσια δράση ακυρώνει: ι) τη συλλογική δράση και ταυτότητα των θεσμών και της πολιτικής και ιι) τις όποιες προσπάθειες ανάπτυξης πραγματικής κοινωνικής διαβούλευσης και συμμετοχής του πολίτη (δηλ. τους όρους ανάπτυξης της πολιτικής νομιμοποίησης). &lt;/div&gt;&lt;div align="justify"&gt;3. Η υπέρμετρη έμφαση στα αμιγώς νομικά μέσα αντιμετώπισης των δημοσίων προβλημάτων, η τυπολατρία και η ταυτόχρονη εκτεταμένη ανοχή στην παρατυπία, η κατανόηση της δημόσιας δράσης μόνο ως συνόλου θεσμών και αρμοδιοτήτων και η υποβάθμιση της σημασίας των διαδικασιών και των πρακτικών αποτελεσμάτων, η αδυναμία σύνδεσης κόστους και ωφέλειας, η προσέγγιση της ελεγκτικής διαδικασίας ως ελέγχου τυπικής νομιμότητας και όχι αποτελεσματικότητας, η περιορισμένη και αδόμητη κοινωνική διαβούλευση, η αδυναμία μακροχρόνιου σχεδιασμού και προγραμματισμού, συνιστούν πολιτισμικά, και συνεπώς δομικά και διαχρονικά χαρακτηριστικά του ελληνικού κράτους και της αντίστοιχης πολιτικό-διοικητικής κουλτούρας. &lt;/div&gt;&lt;div align="justify"&gt;4. Η συμπλήρωση της κυρίαρχης θεσμικής οπτικής για την ανακαίνιση του πολιτικό-διοικητικού συστήματος με μία περισσότερο δυναμική οπτική δημοσίων πολιτικών. Αντί να σκεπτόμαστε κυρίως με όρους κατάργησης ή δημιουργίας οργάνων και ανακατανομής αρμοδιοτήτων μεταξύ διοικητικών επιπέδων, θα απαιτηθεί να επικεντρωθούμε στην επάρκεια των τομεακών δημοσίων πολιτικών, εκάστη των οποίων διαμορφώνει ειδικούς όρους πολιτικής και διοικητικής αποτελεσματικότητας διαμέσου των επάλληλων διοικητικών επιπέδων σχεδιασμού και υλοποίησης (Ευρωπαϊκή Ένωση, κεντρικό κράτος, περιφερειακή διοίκηση, τοπική αυτοδιοίκηση). Επιδιωκόμενος στόχος πρέπει να είναι η διασφάλιση συνεργιών τόσο μεταξύ επιπέδων όσο και μεταξύ τομέων μέσα από την χρήση προηγμένων μεθοδολογιών δημοσίου μάνατζμεντ, των νέων τεχνολογιών αλλά και της εκτεταμένης κοινωνικής και διοικητικής διαβούλευσης. &lt;/div&gt;&lt;div align="justify"&gt;5. Η αναβάθμιση της συνολικής ικανότητας στρατηγικού σχεδιασμού και συντονισμού των πολιτικών θεσμών έχει ως επίκεντρο το Κοινοβούλιο του οποίου θα πρέπει να ενισχυθεί η ικανότητα εξειδικευμένης διαβούλευσης, αξιολόγησης και σύνθεσης δημοσίων πολιτικών, σε όλες τις φάσεις της πολιτικής διαδικασίας. Μετατίθεται, δηλαδή, το κέντρου βάρους από τη φορμαλιστική, στατική και τυπική εξουσία στις λειτουργίες, τη δυναμική και αποτελεσματική άσκησή τους. Από την τυπική νομιμοποίηση των αποφάσεων, που έτσι και αλλιώς διαμορφώνονται αλλού (κυβέρνηση γραφειοκρατία και οργανωμένα συμφέροντα), στην άσκηση επιρροής και τον έλεγχο σε όλες τις φάσεις της πολιτικής διαδικασίας, παρέχοντας έτσι δημοκρατική νομιμοποίηση τόσο στις συλλογικές αποφάσεις όσο και στο σύστημα στο σύνολό του. Επαναπροσδιορίζεται, με άλλα λόγια, τόσο η θεσμική ταυτότητα του κοινοβουλίου όσο και οι λειτουργίες που επιτελεί. Η Βουλή πρέπει να στραφεί προς την κοινωνία και να μετασχηματιστεί στον κεντρικό θεσμό ανάπτυξης του δημόσιου διαλόγου και της πολιτικής αντιπαράθεσης, προσφέροντας «χώρο» (forum) και ευκαιρίες συνάντησης των διάφορων φορέων, δημόσιων και ιδιωτικών, που συγκροτούν την εθνική δημόσια σφαίρα, θεσπίζοντας προς τούτο νέους και ευέλικτους κοινοβουλευτικούς θεσμούς, διαδικασίες και μέσα διαμεσολάβησης μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής εξουσίας. Η ανακαίνιση του κοινοβουλίου προϋποθέτει αλλά και συμπαρασύρει τη φυσιογνωμία και τον ρόλο των κομμάτων στο μέτρο που οι κοινοβουλευτικές τους ομάδες συνιστούν το θεμέλιο της οργάνωσης του θεσμού. Προς την κατεύθυνση αυτή προτείνεται ενδεικτικά: &lt;/div&gt;&lt;ul&gt;&lt;li&gt;&lt;div align="justify"&gt;Συστηματική χρήση των μέσων συλλογικής έκφρασης του θεσμού (έκθεση, γνώμη, π.χ για τον έλεγχο των ΑΔΑ) και πρόβλεψη στον ΚτΒ της δυνατότητας έκδοσης ψηφισμάτων &lt;/div&gt;&lt;/li&gt;&lt;li&gt;&lt;div align="justify"&gt;Ενίσχυση της επιστημονικής υποστήριξης και τεκμηρίωσης (διαχείριση πολλαπλών πηγών πληροφόρησης) του έργου των βουλευτών, των κοινοβουλευτικών ομάδων και του κοινοβουλίου συνολικά (π.χ ανάπτυξη και εμπλουτισμός σε ειδικότητες της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής, συγκρότηση δικτύου εξωτερικών συνεργασιών με ερευνητικά κέντρα και πανεπιστήμια καθώς και με ειδικούς επιστήμονες για την αγορά τεχνογνωσίας και συμβουλής, μέτρα ανάπτυξης των νομοθετικών σπουδών στα ελληνικά πανεπιστήμια-θεσμός της άσκησης/stage, χρηματοδότηση και προκήρυξη μελετών, θέσπιση σχετικών βραβείων κλπ)&lt;/div&gt;&lt;/li&gt;&lt;li&gt;&lt;div align="justify"&gt;Διαμόρφωση κανόνων (τυπικών και ουσιαστικών) διοργάνωσης της διαβούλευσης με τους φορείς της κοινωνίας και της αγοράς (π.χ συγκρότηση καταλόγου των οργανώσεων ανά πεδίο πολιτικής, εκπόνηση κωδίκων ορθής συμπεριφοράς κλπ), πρόβλεψη ειδικών διαδικασιών υποβολής εισηγήσεων/εκθέσεων (πέραν των αναφορών) καθώς και δυνατότητα ακρόασης στην ίδια την ολομέλεια του σώματος. &lt;/div&gt;&lt;/li&gt;&lt;li&gt;&lt;div align="justify"&gt;Ενεργητική δράση και διοργάνωση δημόσιων συζητήσεων σε ζητήματα στρατηγικής σημασίας για την κοινωνία και την πολιτική ώστε σταδιακά να μετατραπεί στον κεντρικό θεσμό του Ελληνικού δημόσιου χώρου (δημοσιότητα και αξιολόγηση των πορισμάτων, σταδιακή μετατροπή του θεσμού σε χώρο δημοκρατικής λογοδοσίας των πάσης φύσης οργανώσεων της κοινωνίας και της αγοράς-π.χ διαχείριση της ανθρωπιστικής βοήθειας, δράσεις κοινωνικής μέριμνας και υποστήριξης κά)&lt;/div&gt;&lt;/li&gt;&lt;li&gt;&lt;div align="justify"&gt;Ανάπτυξη του εύρους και του βάθους των πληροφοριών που αναρτώνται στον ιστότοπο του κοινοβουλίου και της διαδραστικής του λειτουργίας με τον πολίτη και τις οργανώσεις του (βλ. π.χ την πρόσφατη προσπάθεια wikipolitics του ηλεκτρονικού περιοδικού re-public και της εφημερίδας Τα Νέα) &lt;/div&gt;&lt;/li&gt;&lt;li&gt;&lt;div align="justify"&gt;Ανασχεδίαση των κοινοβουλευτικών επιτροπών (εξειδίκευση) με διευρυμένη επιστημονική και γραμματειακή υποστήριξη (αυξημένη δημοσιότητα των εργασιών, προσβάσιμη μέσω του διαδικτύου, τηλεδιασκέψεις ή και αποκεντρωμένες έκτακτες συνεδριάσεις κά.) &lt;/div&gt;&lt;/li&gt;&lt;li&gt;&lt;div align="justify"&gt;Αναβάθμιση του ρόλου και των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής Ευρωπαϊκών Υποθέσεων, ως του κεντρικού συντονιστή των άλλων καθύλην αρμόδιων επιτροπών για τη διαμόρφωση πολιτικών κριτηρίων και την εποπτεία ειδικού διοικητικού μηχανισμού για την επιλογή των Ενωσιακών εγγράφων (νομοθετικών ή διαβούλευσης) που τίθενται σε κοινοβουλευτικό έλεγχο (σύστημα Λισσαβόνας) και την έκδοση σχετικών γνωμών και ψηφισμάτων προς την κυβέρνηση και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή κά. &lt;/div&gt;&lt;/li&gt;&lt;li&gt;&lt;div align="justify"&gt;Συστηματική και προγραμματισμένη ανάπτυξη των σχέσεων με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τα άλλα εθνικά κοινοβούλια των κρατών μελών της ΕΕ (π.χ κοινές συνεδριάσεις των ειδικών επιτροπών) και την COSAC, καθώς και με άλλους διεθνείς Οργανισμούς (κοινοβουλευτική διπλωματία) κά.&lt;/div&gt;&lt;/li&gt;&lt;li&gt;&lt;div align="justify"&gt;Εμπλοκή της Βουλής στην προκοινοβουλευτική νομοθετική διαδικασία (π.χ μέσω της χρήσης από την κυβέρνηση των εργαλείων των Πράσινων και Λευκών Βιβλίων για την ενεργητική προώθηση της κοινωνικής διαβούλευσης, την συμμετοχή των βουλευτών στις κατά περίπτωση δομές διαβούλευσης και κοινωνικής συμμετοχής κ.ά.) &lt;/div&gt;&lt;/li&gt;&lt;li&gt;&lt;div align="justify"&gt;Υποχρέωση αποτύπωσης της πορείας διαβούλευσης ως απαραίτητου συνοδευτικού δελτίου της κατάθεσης νομοθετικών πρωτοβουλιών της κυβέρνησης &lt;/div&gt;&lt;/li&gt;&lt;li&gt;&lt;div align="justify"&gt;Διευκόλυνση και ανάπτυξη της νομοθετικής πρωτοβουλίας της Βουλής &lt;/div&gt;&lt;/li&gt;&lt;li&gt;&lt;div align="justify"&gt;Παρακολούθηση της πορείας εκτέλεσης των νόμων και της ενσωμάτωσης του κοινοτικού δικαίου, μέσα από περιοδικές εκθέσεις οι οποίες αναρτώνται στο διαδίκτυο και όπου η ίδια η Βουλή χρησιμοποιεί μεθόδους παρακίνησης των δημόσιων και ιδιωτικών φορέων υλοποίησης των πολιτικών (π.χ name and shame) &lt;/div&gt;&lt;/li&gt;&lt;li&gt;&lt;div align="justify"&gt;Ευέλικτες, δυναμικές και καινοτόμες μορφές κοινοβουλευτικού ελέγχου με παράλληλη πρόσκληση και απονομή δικαιώματος λόγου στους εκπροσώπους της κοινωνίας (π.χ διοργάνωση συζητήσεων επίκαιρων θεμάτων με ταυτόχρονη παρουσία εκπροσώπων της κυβέρνησης και της κοινωνίας). &lt;/div&gt;&lt;/li&gt;&lt;/ul&gt;&lt;p align="justify"&gt;6. Οι πρωτοβουλίες και οι αποφάσεις της εκτελεστικής εξουσίας, μέσα από το αξιακό και ιδεολογικό τους περιεχόμενο, τις πολιτικές επιλογές που προτάσσουν καθώς και τον τρόπο (οργάνωση και λειτουργία της κυβέρνησης και της διοίκησης) που σχεδιάζονται και υλοποιούνται, διαμορφώνουν αφενός τα πρότυπα πολιτικής συμπεριφοράς (νοοτροπίες και πρακτικές) και, αφετέρου τα βασικά χαρακτηριστικά του θεσμικού, πολιτικού και διοικητικού πολιτισμού καθώς και το κυρίαρχο «ύφος» πολιτικής της δημόσιας δράσης (επιβολή/συναίνεση). Συνέπεια των παραπάνω είναι ο βαθμός και το εύρος της πολιτικής νομιμοποίησης στην άσκηση της δημόσιας εξουσίας και ειδικότερα της κυβέρνησης. Ζητούμενο, λοιπόν αποτελεί, μεταξύ άλλων: &lt;/p&gt;&lt;ul&gt;&lt;li&gt;&lt;div align="justify"&gt;Η ενίσχυση της συλλογικής λειτουργίας της Κυβέρνησης ως παραγωγού συντονισμένων πολιτικών και ως αντίβαρου τόσο στον πρωθυπουργοκεντρικό χαρακτήρα του ελληνικού συστήματος, όσο και στην τάση στεγανοποίησης των καθύλην αρμόδιων υπουργείων (οχυρά) και των πολιτικών προϊσταμένων Υπουργών. &lt;/div&gt;&lt;/li&gt;&lt;li&gt;&lt;div align="justify"&gt;Λειτουργία της κυβέρνησης στη βάση «θεματικών κύκλων», με γνώμονα τις πολιτικές προτεραιότητες και όπου οι δημόσιες πολιτικές συσχετίζονται και ομαδοποιούνται κατ’ αναλογία προς την κατανομή της ύλης των ενωσιακών πολιτικών (βλ. π.χ τις εννέα συνθέσεις του Συμβουλίου της ΕΕ), δεδομένου ότι η ενεργός συμβολή στην διαμόρφωση πολιτικών σε ευρωπαϊκό επίπεδο αποτελεί σήμερα προϋπόθεση επιτυχούς άσκησής τους στο εθνικό επίπεδο. &lt;/div&gt;&lt;/li&gt;&lt;li&gt;&lt;div align="justify"&gt;Ανάληψη της ευθύνης ορισμένων «Θεματικών κύκλων» από τον ίδιο τον Πρωθυπουργό (π.χ διοικητική μεταρρύθμιση και αναδιοργάνωση του κράτους, ίσως και την κατάργηση της Γ.Γρ. Δημόσιας Διοίκησης και την υπαγωγή της στον Πρωθυπουργό με την τεχνογνωστική υποστήριξη του ΕΚΔΔ, υπαγόμενου διοικητικά στη Γ. Γρ. της κυβέρνησης). &lt;/div&gt;&lt;/li&gt;&lt;li&gt;&lt;div align="justify"&gt;Ανασχεδίαση της σύνθεσης της κυβέρνησης και του Υπουργικού Συμβουλίου (π.χ το πολυθρύλητο ευέλικτο σχήμα), όχι στη βάση της «ονομαστικής συνένωσης», αλλά της «πραγματικής συγχώνευσης» των υπηρεσιών (αναδιοργάνωση). &lt;/div&gt;&lt;/li&gt;&lt;li&gt;&lt;div align="justify"&gt;Λειτουργική αντιμετώπιση του συντονιστικού ελλείμματος. Ο ενδεχόμενος περιορισμός του αριθμού των Υπουργείων αυξάνει τον όγκο και την εσωτερική τους πολυπλοκότητα μεταφέροντας το πρόβλημα του συντονισμού από το διυπουργικό στο ένδο-υπουργικό επίπεδο χωρίς να το επιλύει. Οι λύσεις στο έλλειμμα συντονισμού θα χρειαστεί να αναζητηθούν όχι μόνο στο δομικό αλλά και στο λειτουργικό επίπεδο με την αναβάθμιση των εν γένει συντονιστικών ικανοτήτων της ελληνικής διοίκησης μέσα από την οριζόντια δικτύωση με σταθερούς κόμβους διαβούλευσης, τη διαχείριση της διοικητικής γνώσης, την εστιασμένη εκπαίδευση προσωπικού και τις νέες τεχνολογίες. &lt;/div&gt;&lt;/li&gt;&lt;li&gt;&lt;div align="justify"&gt;Συγκρότηση μιας πολυδύναμης Γραμματείας της Κυβέρνησης, η οποία θα είναι σε θέση να παρακολουθεί στις ουσιαστικές λεπτομέρειές τους όλα τα πεδία των δημοσίων πολιτικών (π.χ πίνακες παρακολούθησης της πορείας ενσωμάτωσης του κοινοτικού δικαίου και των περιπτώσεων τριβής μεταξύ εσωτερικού και κοινοτικού δικαίου). &lt;/div&gt;&lt;/li&gt;&lt;li&gt;&lt;div align="justify"&gt;Η δημιουργία ενός μηχανισμού πιστοποίησης της καταλληλότητας των κάθε είδους διοικητικών διαδικασιών που θα αναφέρεται στην Γραμματεία της Κυβέρνησης και η τυποποίηση και απλούστευση των διοικητικών διαδικασιών αποτελούν τους ισχυρότερους μηχανισμούς διαφάνειας και αντιμετώπισης της διαφθοράς και συνεπώς άσκησης «χρηστής διοίκησης. &lt;/div&gt;&lt;/li&gt;&lt;li&gt;&lt;div align="justify"&gt;Η καλύτερη λειτουργία των συλλογικών κυβερνητικών οργάνων, τόσο για τη σχεδίαση όσο και για την υλοποίηση των αποφάσεων, προϋποθέτει την προετοιμασία των συνεδριάσεών τους σε επίπεδο Γενικών Γραμματέων των Υπουργείων (με την παρουσία υπηρεσιακών παραγόντων) και υπό την ευθύνη του ΓΓ της Γραμματείας της κυβέρνησης. &lt;/div&gt;&lt;/li&gt;&lt;li&gt;&lt;div align="justify"&gt;Η ανάλυση κόστους - ωφέλειας πρέπει να συνιστά το βασικό πλαίσιο λήψης κυβερνητικών αποφάσεων. &lt;/div&gt;&lt;/li&gt;&lt;li&gt;&lt;div align="justify"&gt;Η αναβάθμιση των σχεδιαστικών λειτουργιών και δεξιοτήτων σε υπηρεσιακό επίπεδο στα Υπουργεία και τα μεγάλα Νομικά Πρόσωπα, αποτελεί επίσης σημαντική προϋπόθεση κυβερνητικής αποτελεσματικότητας. &lt;/div&gt;&lt;/li&gt;&lt;li&gt;&lt;div align="justify"&gt;Διευρυμένη προσφυγή στη χρήση εργαλείων που προάγουν την κοινωνική διαβούλευση και τη συμμετοχή του πολίτη στη λήψη των αποφάσεων, την προβλεψιμότητα και τη διαφάνεια της κυβερνητικής δράσης, όπως τα «Πράσινα» και «Λευκά Βιβλία», η προσφυγή σε «νόμους-πλαίσιο», ή και η εκπόνηση ετήσιου νομοθετικού προγράμματος (παράλληλα με τον προϋπολογισμό) και η υποβολή σχετικής ετήσιας έκθεσης κ.ά. &lt;/div&gt;&lt;/li&gt;&lt;li&gt;&lt;div align="justify"&gt;Παρακολούθηση των αρχών, των κανόνων και των βέλτιστων πρακτικών της «καλύτερης νομοθέτησης» (π.χ προσδιορισμός της έννοιας και της πρακτικής της κοινωνικής διαβούλευσης, αξιολόγηση των επιπτώσεων, ανάλυση κόστους ωφέλειας). &lt;/div&gt;&lt;/li&gt;&lt;li&gt;&lt;div align="justify"&gt;Τυποποίηση των προδιαγραφών των εισηγητικών εκθέσεων των νομοσχεδίων με την παροχή κάθε είδους πληροφορίας και τεκμηρίωσης, όπως π.χ το «δελτίο διαβούλευσης», ώστε να μετατραπούν σε ουσιαστικά κείμενα διαλόγου, εντός και εκτός της τακτικής κοινοβουλευτικής νομοθετικής διαδικασίας.&lt;/div&gt;&lt;/li&gt;&lt;/ul&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1609159186292588994-6148997563246674001?l=cecl-epikairesparemvaseis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://cecl-epikairesparemvaseis.blogspot.com/feeds/6148997563246674001/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=1609159186292588994&amp;postID=6148997563246674001' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1609159186292588994/posts/default/6148997563246674001'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1609159186292588994/posts/default/6148997563246674001'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://cecl-epikairesparemvaseis.blogspot.com/2008/07/14-15042008_3082.html' title=''/><author><name>CECL</name><uri>http://www.blogger.com/profile/12763879744371523610</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1609159186292588994.post-4943623209626100636</id><published>2008-07-14T08:04:00.000-07:00</published><updated>2008-08-25T04:19:31.062-07:00</updated><title type='text'></title><content type='html'>&lt;div align="justify"&gt;του &lt;strong&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Ανδρέα Λοβέρδου&lt;/span&gt;,&lt;/strong&gt;&lt;/div&gt;&lt;div align="justify"&gt;&lt;br /&gt;Στη χώρα μας ο δημόσιος τομέας παροχής υπηρεσιών πάσχει. Ο μετασχηματισμός του για το συμφέρον του πολίτη και της χώρας αποτελεί έναν μείζονα, αλλά και ανεκπλήρωτο, στόχο, από το 1985 και μετά. Το μεταπολιτευτικό κράτος ταλαιπωρεί, διαφθείρει , εξουθενώνει τον διοικούμενο και αποτελεί ανασταλτικό εμπόδιο για την ανάπτυξη της χώρας. Η υπερβολική καθυστέρηση καταβολής της σύνταξης επί διαδοχικής ασφάλισης, η «αποτροπή» των επενδύσεων μεγάλης κλίμακας, η ταλαιπωρία ή και η εξουθένωση των ανθρώπων που επιχειρούν μικρο-επενδύσεις (π.χ. καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος), η μη εφαρμογή περιβαλλοντικών πολιτικών, η δαιδαλώδης φορολογική νομοθεσία και η ιδιαιτέρως διευρυμένη, εν προκειμένω, διαφθορά του κράτους, η υπερβολική καθυστέρηση στη διεκπεραίωση των αιτημάτων των πολιτών, και οι συνήθως αρνητικές απαντήσεις σ’ αυτά, αποτελούν κτυπητά παραδείγματα και τρανταχτές αποδείξεις της παθολογίας του δημοσίου χώρου στην Ελλάδα. Και ενώ τα προβλήματα αυτής της ποιότητας ταλαιπωρούν τους πολίτες και καθυστερούν την ανάπτυξη της χώρας, καθώς και τη λειτουργία της μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οι προτάσεις των κομμάτων για την αντιμετώπισή τους προδίδουν αμηχανία, αδυναμία και, ενίοτε, έναν προχωρημένο πολιτικό αυτισμό. Εν πολλοίς, ο λόγος των κομμάτων για το θέμα εξαντλείται σε περιφερειακά ζητήματα της επίλυσής του: α) στην αλλαγή του εκλογικού νόμου, που αναφέρεται ως κύριο καθήκον της πολιτικής, ενώ π.χ. το ζήτημα της διαφθοράς στον τομέα της είσπραξης των δημοσίων εσόδων «υποβιβάζεται» σε ζήτημα της καθημερινής Διοίκησης, β) στη μείωση των υπουργείων (είδαμε ότι η μείωση των υπουργών κατά δύο στην κυβέρνηση Καραμανλή ουδέν αποτέλεσμα είχε ως προς την αποτελεσματικότερη λειτουργία της Διοίκησης), γ) στη μείωση περιφερειών, νομαρχιών, δήμων και δ) στη δήθεν απλούστευση των διοικητικών διαδικασιών. Προστίθεται η μόνιμη αξία της «αποκέντρωσης», ως μία οφειλόμενη «πολιτικώς ορθή» καταστατική αρχή, και τα πολιτικά κόμματα θεωρούν πως τελείωσαν με τις υποχρεώσεις τους. Οι πολίτες, όμως, δεν πείθονται. Όλα αυτά τα έχουν ακούσει πολλές φορές, ουδέποτε, όμως, έχουν δει αποτελέσματα. Μετά τα Κέντρα Εξυπηρέτησης των Πολιτών, επόμενες αλλαγές δεν φαίνονται στον ορίζοντα. Συνεπώς, ο ριζοσπαστικός μετασχηματισμός του κράτους, αποτελεί τη μείζονα πολιτική προτεραιότητα για την Ελλάδα. Ωστόσο, για να επιτευχθεί ο ριζοσπαστικός μετασχηματισμός του κράτους πρέπει να είναι έτοιμο το σχετικό σχέδιο, ώστε ν’ αρχίσει η εφαρμογή του λίγους μόλις μήνες αφότου η κυβέρνηση αναλάβει. Οι παρεμβάσεις στο πεδίο της Διοίκησης και της Δικαιοσύνης (η οποία με παραθέτει χρόνια στις καθυστερήσεις της Διοίκησης) πρέπει να προετοιμαστούν. Αυτό, μεταπολιτευτικά, έγινε μόνο μία φορά. Το 1996. Τότε η κυβέρνηση είχε συγκεκριμένους στόχους εκσυγχρονισμού, αλλά όχι σχέδιο. Σχέδιο, όμως, είχε ο επί των εσωτερικών υπουργός της, ο Αλ. Παπαδόπουλος. Το οποίο κατά ένα μεγάλο μέρος του, θεσμοποιήθηκε, αλλά δυστυχώς για τον τόπο ο υπουργός αυτός οδηγήθηκε σε παραίτηση, δίχως να προλάβει να δώσει στο θεσμοποιημένο σχέδιο του, τη φροντίδα και την ώθηση της εφαρμογής. Η εμπειρία, λοιπόν, διδάσκει πως εάν τα κόμματα δεν είναι προετοιμασμένα όταν βρίσκονται στην αντιπολίτευση, τότε, όταν γίνονται κυβέρνηση, οι υπουργοί τους αφομοιώνονται από τη Διοίκηση, μετατρεπόμενοι σε πολιτικούς της εκπροσώπους, οι οποίοι συνήθως μιλούν για να αναλύσουν «τι δεν γίνεται» ή για να προωθήσουν νόμους, που κατά βάσιν δεν θα εφαρμοστούν. Αυτή, όμως, η κατάσταση πρέπει να αλλάξει. Άλλωστε, για το σημερινό πολιτικό σύστημα της χώρας το πρόβλημα της κακο-διοίκησης θέτει ακόμη και υπαρξιακά ερωτήματα. Συνεπώς, είμαι υποχρεωμένος, ως προεδρεύων σ’ αυτήν την ενότητα με τον κρίσιμο τίτλο, να θέσω στους εισηγητές το θέμα με την πυρηνική του διάσταση, προσπαθώντας, ενδεχομένως, να εκμαιεύσω κάποια πρώτα στοιχεία της απόπειρας επίλυσής του.&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1609159186292588994-4943623209626100636?l=cecl-epikairesparemvaseis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://cecl-epikairesparemvaseis.blogspot.com/feeds/4943623209626100636/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=1609159186292588994&amp;postID=4943623209626100636' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1609159186292588994/posts/default/4943623209626100636'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1609159186292588994/posts/default/4943623209626100636'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://cecl-epikairesparemvaseis.blogspot.com/2008/07/14-15042008_1813.html' title=''/><author><name>CECL</name><uri>http://www.blogger.com/profile/12763879744371523610</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1609159186292588994.post-1792000639766365490</id><published>2008-07-14T07:59:00.000-07:00</published><updated>2008-08-25T04:19:41.722-07:00</updated><title type='text'></title><content type='html'>&lt;div align="justify"&gt;του &lt;span style="font-weight: bold; font-style: italic;"&gt;Πάρι Κουκουλόπουλου,&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;Η Ελλάδα είναι το πλέον συγκεντρωτικό κράτος στην Ευρωπαϊκή Ένωση των 25. Ο συγκεντρωτισμός αυτός αποτελεί το σοβαρότερο εμπόδιο στην ανάπτυξη και την ευημερία του τόπου. Απαιτούνται ρήξεις και τομές και όχι δειλές, άτολμες και θολές μεταρρυθμίσεις. - Μεγάλοι και ισχυροί Δήμοι, ικανοί να αποτελέσουν αυτόνομες και αυτοτελείς διοικητικές και προγραμματικές μονάδες - Αιρετή Περιφερειακή αυτοδιοίκηση, με βασική αποστολή την ανάπτυξη - Μητροπολιτική διακυβέρνηση δεύτερου βαθμού για Αθήνα και Θεσσαλονίκη, με βασική αποστολή την ποιότητα ζωής και την ανταγωνιστικότητα των δύο πόλεων - Φορολογική αποκέντρωση με στόχο την πραγματική αυτοδιοίκηση αλλά και την κοινωνία της ευθύνης - Κεντρικό κράτος με επιτελική λειτουργία, ικανό να εγγυηθεί το μέλλον της χώρας στις συνθήκες της παγκοσμιοποίησης - Έλεγχος και διαφάνεια παντού - Συμμετοχή του πολίτη στις αποφάσεις και συνευθύνη. Είναι καθαρό ότι δεν μιλάμε για τη διευθέτηση ζητημάτων της αυτοδιοίκησης. Μιλάμε για το σύγχρονο κράτος. Είναι το μεγάλο πολιτικό διακύβευμα της χώρας. Η αποκέντρωση και η αυτοδιοίκηση είναι κλειδιά, είναι προϋποθέσεις για ν΄ απαντήσουμε πειστικά στις μεγάλες προκλήσεις της εποχής μας, στην απαίτηση των πολιτών. 1. Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης όλες οι δημόσιες πολιτικές οφείλουν να υπηρετούν ως πρώτιστο στόχο, την αποτελεσματικότητα. Δεν ξέρω αν χρειάζονται επιχειρήματα για το γεγονός ότι αποκέντρωση και αυτοδιοίκηση είναι συνώνυμα της αποτελεσματικότητας. Η Δανία πρόσφατα μέσα σε τρία χρόνια υποδιπλασίασε την ανεργία με τη ριζική αποκέντρωση πόρων και πολιτικών για την απασχόληση. Ανάλογες επιλογές στο χώρο της παιδείας οδήγησαν πολλούς να αναφέρονται σήμερα στο Φιλανδικό πρότυπο παιδείας. Η αυξημένη και συγκεκριμένη συνευθύνη τοπικών και περιφερειακών αρχών στην ανάπτυξη οδήγησαν τη Σουηδία στην κορυφή της ανταγωνιστικότητας παγκόσμια. Δεν είναι τυχαίο, εξάλλου, ότι και στις τρεις παραπάνω χώρες η οικονομική μεγέθυνση συνυπάρχει με ένα άρτια οργανωμένο κοινωνικό κράτος, που λειτουργεί φυσικά με την ευθύνη της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. 2. Το ζήτημα του επιτελικού κράτους δεν είναι ζήτημα μείωσης του αριθμού των Υπουργείων. Είναι πρώτα απ΄ όλα ζήτημα προσανατολισμού. Στη σημερινή εποχή ολοένα και περισσότερες αποφάσεις που αφορούν το παρόν και το μέλλον λαμβάνονται σε υπερεθνικά κέντρα. Χρειαζόμαστε κεντρική κυβέρνηση με κυρίαρχο προσανατολισμό την εξωστρέφεια γιατί εκεί διακυβεύονται τα συμφέροντα της χώρας. Δε χρειαζόμαστε κυβερνήσεις που είναι αρμόδιες για 380 χιλιόμετρα οδικού δικτύου στην Αττική, όπου ανάμεσα στ΄ άλλα φροντίζουν να ποτίζουν τις νησίδες και να αλλάζουν και τις λάμπες. 3. Η φορολογική αποκέντρωση και η συμμετοχή του πολίτη είναι βασικές επιλογές που δίνουν στη διαφάνεια την πραγματική της υπόσταση, κυρίως όμως μας οδηγούν στην κοινωνία της ευθύνης. Η λογική της ήσσονος προσπάθειας, οι πελατειακές λογικές, η εξατομικευμένη προσέγγιση όλων των ζητημάτων και η συστηματική μετάθεση των ευθυνών από εμάς σε κάποιους άλλους πρέπει να λάβουν τέλος. Οι Έλληνες οφείλουμε να συνειδητοποιήσουμε ότι πρέπει να δουλέψουμε σκληρά για να διατηρήσουμε και να επεκτείνουμε την ευημερία του τόπου. Δεν υπάρχει αυτόματος πιλότος. Ο μεγάλος πατερούλης που ακούει στο όνομα κράτος πνέει τα λοίσθια. 4. Τα τελευταία στοιχεία του ΑΕΠ όσο και αν είναι μονοσήμαντα και χρήζουν περαιτέρω ανάλυσης είναι ωστόσο αποκαλυπτικά. Η περιφέρεια της χώρας ολοένα αποδυναμώνεται. Όσοι θέλουν να βλέπουν κατάματα την αλήθεια καλό είναι να γνωρίζουν τη σκληρή πραγματικότητα. Ολοένα και περισσότεροι νέοι που αποφοιτούν από τα λύκεια των αστικών κέντρων της περιφέρειας, αποσυνδέουν το μέλλον τους από τον τόπο καταγωγής τους γιατί τους προσφέρονται μηδαμινές δυνατότητες εξέλιξης. Μάλιστα, τα πιο φιλόδοξα και ανταγωνιστικά παιδιά δε στρέφουν το βλέμμα τους στην Αθήνα αλλά στις ΗΠΑ και την Ευρώπη, απ΄ όπου κατά κανόνα δεν επιστρέφουν. Πρόκειται για μια εξέλιξη που αν δεν ανατραπεί θα καταστήσει σε ορατό χρόνο την Αθήνα πρωτεύουσα χωρίς ενδοχώρα και την Ελλάδα χώρα «μετρίων». Όσοι κατοικούν στην Αθήνα λογικό είναι να μη βλέπουν αυτή την εξέλιξη. Όπως δεν την έβλεπαν τα αστικά κέντρα της περιφέρειας όταν ερήμωνε η ύπαιθρος και οι πλέον ικανοί και φιλόδοξοι δε σταματούσαν εκεί αλλά όδευαν στην Αθήνα. Η περιφερειακή ανάπτυξη είναι μείζον εθνικός στόχος και χρειάζεται πρώτα απ΄ όλα ισχυρό υποκείμενο. Ισχυρούς δηλαδή αποκεντρωμένους θεσμούς τοπικής και περιφερειακής αυτοδιοίκησης. 5. Η ανταγωνιστικότητα της Αθήνας είναι ζήτημα που μας αφορά όλους. Η σημερινή κατάσταση μπορεί να ικανοποιεί ποικίλα συμφέροντα αλλά είναι άκρως απογοητευτική. Το μέτρο των δυνατοτήτων μιας ανταγωνιστικής πόλης δεν είναι ουτοπία. Η πρωτεύουσα που θέλουμε όλοι οι Έλληνες είναι αυτή της Ολυμπιάδας. Μια πόλη με κατοίκους προσηνείς και αισιόδοξους, λάτρεις των μέτρων μαζικής μεταφοράς που συμμετείχαν σε ένα εγχείρημα το οποίο τους ξεπερνούσε μεν, τους αφορούσε δε. Μια πόλη που λειτουργούσε υποδειγματικά. Οικονομικοί πόροι, πολιτικές αποφάσεις, ανθρώπινο δυναμικό, δομές διοίκησης συντονίστηκαν για να υπηρετηθεί ένας στόχος και το πετύχαμε. Γι΄ αυτό συνηθίζω να λέω ότι Μητροπολιτική αυτοδιοίκηση στην Αθήνα είχαμε αλλά δεν το ξέραμε. Ήταν ο Οργανισμός ΑΘΗΝΑ 2004. Με μια τέτοια ματιά στα πράγματα είναι προφανές ότι αποκέντρωση και αυτοδιοίκηση μπορεί και πρέπει ν΄ αποτελέσουν το κεντρικό πολιτικό ζητούμενο ενός μεγάλου κύματος μεταρρυθμίσεων. Το στοίχημα είναι δύσκολο γιατί υπάρχουν τεράστιες δυνάμεις αδράνειας. Συμφέροντα καλώς και κακώς νοούμενα, κοινωνικές συμπεριφορές, μειωμένη αξιοπιστία των θεσμών, υπερσυγκέντρωση πλούτου, δύναμης και ανθρώπων σ΄ έναν τόπο που πολώνει ολοένα και περισσότερο το δημόσιο διάλογο της χώρας σε δευτερεύοντα ζητήματα. Δεν υπάρχει όμως άλλος δρόμος. Χρειάζεται μια βαθιά μεταβολή στη διοίκηση και το κράτος. Χωρίς αυτή τη μεταβολή η ευκτέα και η επιθυμητή από όλους κίνηση της Ελλάδας προς τα μπρος όχι μόνο δεν είναι εφικτή αλλά δεν μπορεί καν να νοηθεί. Η διαμορφωμένη κατάσταση αποτελεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στο δρόμο για ανάπτυξη, για ποιότητα ζωής, για περισσότερη δημοκρατία. Πριν τρία χρόνια ιδρύθηκε το ΙΤΑ. Για πρώτη ίσως φορά τα ζητήματα της αποκέντρωσης και της αυτοδιοίκησης αντιμετωπίζονται χωρίς το άγχος του πρόσκαιρου εντυπωσιασμού και του πολιτικού κόστους. Δεκάδες λαμπροί επιστήμονες με επικεφαλής τον καθηγητή Δημήτρη Τσάτσο έχουν προχωρήσει στη καρδιά του προβλήματος. Έχοντας συμβάλει στην ίδρυση και λειτουργία του ΙΤΑ και παρακολουθώντας αδιάλειπτα τις προσεγγίσεις του νομίζω ότι μπορώ να αναφέρω συγκεκριμένα συμπεράσματα της δουλειάς του, χρήσιμα για τη συζήτηση μας. 1. Δεν υπάρχουν αποσπασματικές μεταρρυθμίσεις που αφορούν την Τ.Α. γιατί η αυτοδιοίκηση είναι διακριτό μεν, αναπόσπαστο δε κομμάτι της ενιαίας Πολιτείας. 2. Το εύρος και το βάθος των αλλαγών που απαιτούνται είναι πολύ μεγάλο και απαιτείται κοινωνική συναίνεση, σοβαρό επιχειρησιακό σχέδιο και εξασφάλιση πόρων. 3. Τα εμπόδια στα οποία έγινε ενδεικτική αναφορά είναι πανίσχυρα γι΄ αυτό θεμελιώδης προϋπόθεση είναι η ισχυρή πολιτική βούληση. 4. Η ολοκλήρωση των αλλαγών στις οποίες έγινε αναφορά απαιτεί βάθος χρόνου, που ξεπερνά τον ορίζοντα μιας κυβερνητικής θητείας. Κατά συνέπεια η εθνική συνεννόηση στο γενικό πλαίσιο αποτελεί όρο εκ των ουκ άνευ. 5. Η σημασία του εγχειρήματος είναι τέτοιας κλίμακας που απαιτεί εγγύηση στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο, αυτό του Πρωθυπουργού. Στη Δανία η κατάργηση του Υπουργείου Εργασίας στην οποία αναφερθήκαμε παραπάνω έγινε εφικτή γιατί την εγγυήθηκε ο Πρωθυπουργός κ. Ράσμουσεν. Στην Αγγλία η κωδικοποίηση και απλούστευση της νομοθεσίας που αποτελείται πλέον από 30-40 εγχειρίδια είναι έργο μιας επιτροπής που δούλεψε εγκατεστημένη στη Ντάουνιγκ Στριτ γιατί χρειαζόταν την εγγύηση του Πρωθυπουργού. Έτσι γίνονται οι μεγάλες τομές. Έτσι μπορούμε να οδηγηθούμε σ΄ ένα σύγχρονο κράτος. Νομίζω ότι το διακύβευμα είναι και μεγάλο και σαφές. Απαιτεί την εξασφάλιση συγκεκριμένων προϋποθέσεων που δεν αφορούν μόνον την πολιτική τάξη της χώρας και τους αιρετούς της αυτοδιοίκησης. Μας αφορούν όλους. Πρόκειται τελικά για την απόφαση μας να αποχωριστούμε το μύθο της ελληνικής ιδιαιτερότητας. Πρόκειται δηλαδή για ένα ζήτημα ιδεολογικό, κοινωνικό και σε τελική ανάλυση πολιτικό.&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1609159186292588994-1792000639766365490?l=cecl-epikairesparemvaseis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://cecl-epikairesparemvaseis.blogspot.com/feeds/1792000639766365490/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=1609159186292588994&amp;postID=1792000639766365490' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1609159186292588994/posts/default/1792000639766365490'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1609159186292588994/posts/default/1792000639766365490'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://cecl-epikairesparemvaseis.blogspot.com/2008/07/14-15042008_14.html' title=''/><author><name>CECL</name><uri>http://www.blogger.com/profile/12763879744371523610</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1609159186292588994.post-9063100185399521797</id><published>2008-07-14T07:57:00.000-07:00</published><updated>2008-08-25T04:19:55.355-07:00</updated><title type='text'></title><content type='html'>&lt;div align="justify"&gt;του &lt;em&gt;&lt;strong&gt;Κώστα Χρυσόγονου,&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;&lt;/em&gt;&lt;strong&gt;Τα καίρια προβλήματα της ελληνικής δικαιοσύνης&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;&lt;em&gt;&lt;strong&gt;&lt;/strong&gt;&lt;/em&gt;&lt;/div&gt;&lt;div align="justify"&gt;&lt;/div&gt;&lt;div align="justify"&gt;&lt;br /&gt;Είναι εμφανές ότι η ελληνική δικαιοσύνη αντιμετωπίζει σήμερα μια σειρά από σοβαρά προβλήματα, τα οποία βέβαια δεν είναι αποκλειστικά δικά της, αλλά αποτελούν συνέχεια ή αντανάκλαση γενικότερων προβλημάτων της ελληνικής κοινωνίας και του πολιτικού μας συστήματος. Θα επιχειρηθεί στη συνέχεια μια προσέγγιση των κυριότερων από αυτά, με στόχο τη διατύπωση προτάσεων-υποθέσεων εργασίας για τον τρόπο αντιμετώπισής τους. Ι. Οι καθυστερήσεις στην απονομή δικαιοσύνης Η κορυφή του παγόβουνου είναι ασφαλώς η υπερβολική καθυστέρηση στην εκδίκαση των υποθέσεων, που εκθέτει μάλιστα διεθνώς τη χώρα μας, αφού προκαλεί σωρεία καταδικαστικών σε βάρος της αποφάσεων από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, για παράβαση του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Στην πραγματικότητα όμως η καθυστέρηση συνιστά απλό επιφαινόμενο, δηλ. το αποτέλεσμα μιας σύνθετης σειράς υποκειμένων αιτιών, γι’ αυτό και είναι δύσκολη η αντιμετώπισή της. Για την καθυστερημένη απονομή της δικαιοσύνης δεν ευθύνεται πάντως ο ανεπαρκής δήθεν αριθμός των δικαστικών λειτουργών, ούτε είναι λύση η αύξησή τους. Η Ελλάδα έχει, αναλογικά με τον πληθυσμό της, ίσως τον μεγαλύτερο αριθμό δικαστών από όλα τα κράτη – μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά ταυτόχρονα και τον μεγαλύτερο όγκο εκκρεμών υποθέσεων. Σε ό,τι αφορά την ποινική δικαιοσύνη, ο όγκος αυτός οφείλεται κυρίως στην άκριτη ποινικοποίηση από τον κοινό νομοθέτη πολυάριθμων παραβάσεων νόμων χωρίς ουσιαστική ποινική απαξία, επειδή η Διοίκηση, λόγω των δικών της δυσλειτουργιών, δεν είναι σε θέση να ελέγχει την εφαρμογή των νόμων και να επιβάλλει αποτελεσματικές κυρώσεις. Έτσι π.χ. τα αυθαίρετα κτίσματα σπανίως κατεδαφίζονται, επειδή λείπουν τα ανάλογα συνεργεία ή και η πολιτική βούληση, ενώ οι εισαγγελίες και τα ποινικά ακροατήρια υπερφορτώνονται προκειμένου να επιβάλουν στους αυθαιρετούντες ολιγοήμερες ή ολιγόμηνες στερητικές της ελευθερίας ποινές με εξαγορά ή και αναστολή. Έτσι όμως δεν επιτυγχάνεται ούτε αποτελεσματική πρόληψη ούτε αποτελεσματική καταστολή, παρά μόνο καθυστερήσεις στην εκδίκαση άλλων, σοβαρότερων ποινικών υποθέσεων. Ένας περαιτέρω παράγοντας είναι το μηδαμινό κόστος υποβολής μηνύσεων και οι σχεδόν αμελητέες συνέπειες για τον μηνυτή, όταν αυτές είναι αβάσιμες. Σε ό,τι αφορά την πολιτική δικαιοσύνη, οι αιτίες της διόγκωσης του αριθμού των υποθέσεων που την απασχολούν μπορούν να αναζητηθούν κυρίως σε δύο κατευθύνσεις: Πρώτο, στο χαμηλό κόστος πρόσβασης σ΄ αυτήν, το οποίο είναι απότοκο του εξαιρετικά μεγάλου, σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό, αριθμού των δικηγόρων και της συνακόλουθης υπερπροσφοράς δικηγορικών υπηρεσιών σε χαμηλές τιμές. Δεύτερο, στη μη επιδίκαση, κατά κανόνα, άξιας λόγου δικαστικής δαπάνης σε βάρος του ηττημένου διαδίκου, με συνέπεια η προσφυγή στη δικαιοσύνη να είναι συχνά αβασάνιστη. Τα δικαστικά και παραδικαστικά κυκλώματα που αποκαλύφθηκαν την προηγούμενη τριετία αποτελούν διαφορετικά συμπτώματα των ίδιων ασθενειών, οι οποίες περιγράφηκαν. Ο δυσανάλογα μεγάλος σε σχέση με τις πραγματικές κοινωνικές ανάγκες αριθμός των δικηγόρων οδηγεί σε φαινόμενα υπερεπαγγελματισμού και αθέμιτου ανταγωνισμού κάθε είδους, με κορύφωση την προθυμία μερικών από αυτούς να συμμετάσχουν σε δωροδοκίες και άλλες αθέμιτες επαφές με δικαστές. Μεγάλος όμως είναι, όπως επισημάνθηκε, και ο αριθμός των δικαστών στην Ελλάδα, σε σύγκριση με τα δεδομένα των άλλων ευρωπαϊκών κρατών, ενώ οι αποδοχές τους κυμαίνονται σε επίπεδα σημαντικά χαμηλότερα από εκείνα των ευρωπαίων συναδέλφων τους, έστω και αν ληφθούν υπόψη οι γενικότερες διαφορές μισθών και τιμών. Οι παράγοντες αυτοί αυξάνουν τις πιθανότητες να βρεθούν ανάμεσά τους άνθρωποι με ελαστική συνείδηση. Ως προς τη διοικητική τέλος δικαιοσύνη, στην υπερφόρτωσή της συντελούν οι ίδιες αιτίες όπως και για την πολιτική, αλλά και ένας επιπλέον καθοριστικός παράγοντας. Η δημόσια διοίκηση όχι μόνο παρανομεί με μεγάλη συχνότητα και αναγκάζει τους ιδιώτες να επιζητούν δικαστική προστασία εναντίον της, αλλά ασκεί και ένδικα μέσα σωρηδόν και αδιακρίτως με αποτέλεσμα τον ανώφελο πολλαπλασιασμό των δικών. Πολλές από τις εκκρεμείς ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων υποθέσεις οφείλονται στην άρνηση των διοικητικών οργάνων να συμμορφωθούν πλήρως προς προηγηθείσες ακυρωτικές αποφάσεις και άλλες στην επιμονή τους να εφαρμόζουν, σε βάρος των διοικουμένων, νόμους που έχουν κριθεί αντισυνταγματικοί με αποφάσεις ανώτατων δικαστηρίων. Σε ό,τι αφορά ειδικότερα το Συμβούλιο της Επικρατείας, η σώρευση εκεί αρμοδιοτήτων πρωτοδικείου ή εφετείου σε ακυρωτικές υποθέσεις και αναιρετικού δικαστηρίου οδηγεί στην πράξη σε πολλές περιπτώσεις σε αρνησιδικία, λόγω της χρονικά ανεπίκαιρης πια παροχής δικαστικής προστασίας. Λύσεις για όλα αυτά ασφαλώς υπάρχουν. Εκείνο που δεν υπάρχει είναι η ετοιμότητα των εκάστοτε κυβερνώντων να αναλάβουν το βραχυπρόθεσμο πολιτικό κόστος των λύσεων, δεδομένου ότι το προσδοκώμενο όφελος, δηλ. η γενικότερη βελτίωση των συνθηκών απονομής της δικαιοσύνης στη χώρα μας, θα γίνει αισθητό από τον μέσο πολίτη μακροπρόθεσμα. Το σημείο εκκίνησης, αν υπήρχε η αναγκαία πολιτική βούληση, θα έπρεπε να είναι η καταπολέμηση του δικηγορικού πληθωρισμού. Ο τελευταίος οφείλει να ελεγχθεί στην πηγή του, με τον περιορισμό της αθρόας εισόδου νέων στον κλάδο. Τούτο μπορεί να επιτευχθεί με τον περιορισμό των εισαγομένων στα τρία Νομικά Τμήματα των Πανεπιστημίων μας, με την αλλαγή επί το αυστηρότερο του συστήματος εξετάσεων για την απόκτηση της άδειας του δικηγόρου, ή ενδεχομένως ακόμη και με τη μεταβολή του χαρακτήρα τους σε διαγωνιστικό (συγκεκριμένος αριθμός οργανικών θέσεων δικηγόρων). Προς την ίδια κατεύθυνση θα μπορούσε να συμβάλλει και η αναδιάρθρωση των νομικών σπουδών, ώστε οι φοιτητές να εντάσσονται σε διαφορετικές κατευθύνσεις από το δεύτερο ή τρίτο έτος, με βάση τις επιλογές αλλά και τις επιδόσεις τους. Παράλληλα χρειάζεται να δοθούν κίνητρα εθελουσίας εξόδου για τους υπάρχοντες δικηγόρους ( π.χ. με την προκήρυξη διαγωνισμών για τη στελέχωση αποκλειστικά από αυτούς θέσεων σε δημόσιες υπηρεσίες όπου απαιτούνται νομικές γνώσεις) και να καθιερωθούν περισσότερα ασυμβίβαστα προς την άσκηση ελεύθερης δικηγορίας (π.χ. για τους εκπαιδευτικούς και όσους απασχολούνται με πάγιες αντιμισθίες). Τα παραπάνω επιμέρους μέτρα πρέπει να συνδυασθούν σε ένα ολοκληρωμένο σχέδιο με συγκεκριμένους αριθμητικούς στόχους, όπως τον περιορισμό των δικηγόρων, σε έναν ορίζοντα δεκαετίας ή δεκαπενταετίας, το πολύ στο ένα τρίτο του σημερινού αριθμού τους. Στο ίδιο σχέδιο θα μπορούσαν να ενταχθούν και άλλες μεταρρυθμίσεις για την εκλογίκευση της κατανομής της δικηγορικής ύλης, όπως η απαγόρευση στους δικηγόρους παρ΄ Αρείω Πάγω να παρίστανται σε κατώτερα δικαστήρια και στους παρ΄ εφέταις να παρίστανται στα πρωτοδικεία (με παροχή στους ήδη υπάρχοντες δικηγόρους της δυνατότητας να επιλέξουν σε ποια κατηγορία θέλουν να ενταχθούν). Ο περιορισμός του δικηγορικού πληθωρισμού πρέπει να συνδυασθεί και με σειρά μέτρων που θα αποσκοπούν στο να καταστήσουν την προσφυγή στη δικαιοσύνη λιγότερο αβασάνιστη και την εξάντληση των δυνατοτήτων εξώδικου συμβιβασμού περισσότερο ελκυστική από ό,τι είναι σήμερα. Ένα τέτοιο μέτρο θα μπορούσε να είναι η υποχρεωτική προσείσπραξη, με τετραπλότυπες αποδείξεις μέσω του οικείου δικηγορικού συλλόγου, όχι μόνο της πάγιας (ανεξαρτήτως ποσού) δικηγορικής αμοιβής, αλλά και των ποσοστιαίων αμοιβών επί του αιτήματος της αγωγής, οι οποίες προβλέπονται ούτως ή άλλως στα άρθρα 100 πρ.1, 107 παρ.1, και 110 παρ.1 του Κώδικα Δικηγόρων. Το σύνολο των προεισπραττόμενων αυτών αμοιβών θα έπρεπε να καταλογίζεται στη συνέχεια, με τη δικαστική απόφαση, στον ηττημένο διάδικο. Περαιτέρω, τα προκαταβλητέα δικαστικά δαπανήματα για την κατάθεση μηνύσεων και αιτήσεων ακυρώσεως ή προσφυγών θα μπορούσαν να αυξηθούν σημαντικά, έτσι ώστε να καλύπτουν ένα μέρος του κόστους που συνεπάγεται για το δημόσιο η σχετική απασχόληση του μηχανισμού της ποινικής και διοικητικής δικαιοσύνης, και βέβαια να επιστρέφονται σε περίπτωση ευδοκίμησης του ένδικου βοηθήματος. Σε ό,τι αφορά ειδικότερα την ποινική δικαιοσύνη, απαιτείται μια εξαιρετικά εκτεταμένη αποποινικοποίηση, ώστε ν΄ απαλλαγούν οι εισαγγελείς και τα ποινικά δικαστήρια από τα ξένα προς τη φύση τους καθήκοντα, τα οποία τα παρεμποδίζουν ουσιαστικά να ανταποκριθούν στην κύρια αποστολή τους. Ακόμη θα έπρεπε, ενόψει της αναλογικής-ουσιαστικής ισότητας που καθιερώνει το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος, οι εξαγοράσιμες ποινές να μην αποτιμώνται σε αριθμητικά προκαθορισμένο ποσό ημερησίως, όπως συμβαίνει σήμερα, αλλά σε ποσοστό επί του φορολογητέου εισοδήματος του κατηγορουμένου (π.χ.1 έως 3 τοις χιλίοις για κάθε μέρα φυλάκισης). Σε ό,τι αφορά τη διοικητική δικαιοσύνη, ο όγκος των υποθέσεων που τη βαρύνει θα μπορούσε να μειωθεί και ο ρυθμός απονομής της να επιταχυνθεί, εάν η συμπεριφορά των οργάνων της διοίκησης υπέκειτο σε αποτελεσματικότερους εσωτερικούς και άλλους προδικαστικούς ελέγχους. Πρέπει συνεπώς να ενισχυθούν οι αρμοδιότητες του Συνηγόρου του Πολίτη, του Σώματος Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης και του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Το τελευταίο μάλιστα πρέπει να αναλάβει πιο ενεργό ρόλο για την αποτροπή άσκησης εκ μέρους της διοίκησης προφανώς αβάσιμων ενδίκων μέσων. Ακόμη θα ήταν ευκταία μια συνολική μεταρρύθμιση της ακυρωτικής δίκης, με δανεισμό στοιχείων από τη δομή της δίκης στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, δηλ. με περιορισμό της προφορικότητας της διαδικασίας ώστε να επιτευχθεί η επιτάχυνσή της. Στο πλαίσιο αυτό θα έπρεπε περαιτέρω να μεταφερθούν περισσότερες ακυρωτικές αρμοδιότητες από το Συμβούλιο της Επικρατείας στα Διοικητικά Εφετεία και Πρωτοδικεία.&lt;br /&gt;ΙΙ. Τα ελλείμματα δικαστικής ανεξαρτησίας Ένας δεύτερος μεγάλος κύκλος προβλημάτων, μετά τις καθυστερήσεις στην απονομή της δικαιοσύνης, είναι όσα σχετίζονται με την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, εξωτερική και εσωτερική. Στη σχετική πολιτική και επιστημονική συζήτηση υπερτονίζεται συνήθως η πρώτη σε βάρος της δεύτερης. Η συζήτηση για το θέμα της επιλογής της ηγεσίας (πρόεδροι – αντιπρόεδροι) των ανώτατων δικαστηρίων έχει λάβει διαστάσεις μάλλον μεγαλύτερες από την πραγματική σημασία του θέματος. Η επιλογή των παραπάνω από το Υπουργικό Συμβούλιο, μεταξύ των μελών του αντίστοιχου Δικαστηρίου (άρθρο 90 παρ. 5 του Συντάγματος), αφήνει βέβαια κάποιο περιθώριο επίδρασης της εκτελεστικής στη δικαστική λειτουργία, σχετικοποιώντας έτσι σε ένα βαθμό τη μεταξύ τους διάκριση. Ωστόσο το περιθώριο τούτο είναι μάλλον μικρό σε σχέση με όσα ισχύουν στις περισσότερες άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπου ενίοτε ανατίθεται στο Κοινοβούλιο και/ή στην κυβέρνηση ρόλος στην επιλογή ακόμη και των απλών μελών των ανώτατων δικαστηρίων, προκειμένου προφανώς να διασφαλιστεί μια, έστω έμμεση και περιορισμένη, δημοκρατική νομιμοποίηση τη διαδικασίας επιλογής. Εξάλλου ο καθορισμός της τετραετίας ως μέγιστου χρόνου θητείας των προέδρων των ανώτατων δικαστηρίων, που έγινε με την τελευταία συνταγματική αναθεώρηση του 2001, αποτρέπει πια τις θεαματικές ανατροπές της επετηρίδας, οι οποίες είχαν εμφανιστεί τα προηγούμενα χρόνια, προκαλώντας μικρότερο ή μεγαλύτερο θόρυβο και αντιδράσεις κάθε φορά. Οι δικαστικές ενώσεις διεκδικούν την εκλογή της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων από τα μέλη των τελευταίων, με στόχο την πληρέστερη κατοχύρωση της (εξωτερικής) δικαστικής ανεξαρτησίας. Ωστόσο η εκλογή αυτή μπορεί να οδηγήσει σε φαινόμενα συντεχνιασμού και ψηφοθηρίας αντίστοιχα ή και χειρότερα εκείνων που παρατηρήθηκαν σε κάποια από τα κατώτερα δικαστήρια μετά την εφαρμογή της αυτοδιοίκησης (εκλογή των προϊσταμένων από τα μέλη του δικαστηρίου) και άρα σε γενικότερη υποβάθμιση της απόδοσης των ανώτατων δικαστηρίων. Άλλες προτάσεις, όπως η εκλογή από διευρυμένο εκλεκτορικό σώμα με συμμετοχή κοινοβουλευτικών, δικαστικών, πανεπιστημιακών και δικηγόρων, φαίνονται ακόμη περισσότερο προβληματικές, αφού θα οδηγούσαν σε πολλαπλασιασμό των εξωτερικών επιδράσεων και σε περαιτέρω σχετικοποίηση της δικαστικής ανεξαρτησίας. Συνεπώς μια τυχόν νέα αναθεώρηση του άρθρο 90 παρ. 5 του Συντάγματος ίσως θα ήταν φρόνιμο να περιοριστεί σε επιμέρους αλλαγές στο ισχύον σύστημα επιλογής της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων, όπως π.χ. η απαίτηση προηγούμενης υποβολής υποψηφιότητας από τους ενδιαφερόμενους για προαγωγή και δημόσιας ακρόασής τους από αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή. Περαιτέρω θα μπορούσε να τεθεί χρονικό όριο για τη θητεία και των Αντιπροέδρων των ανώτατων δικαστηρίων. Το ζητούμενο δηλαδή θα έπρεπε μάλλον να είναι η διασφάλιση μεγαλύτερης διαφάνειας στη διαδικασία επιλογής, ώστε να περιορισθούν τα περιθώρια αυθαιρεσιών εκ μέρους του Υπουργικού Συμβουλίου, παρά η συνολική ανατροπή της. Οξύ είναι ωστόσο το πρόβλημα της εσωτερικής ανεξαρτησίας, ιδίως για την πολιτική και ποινική δικαιοσύνη. Η εφαρμογή των σχετικών διατάξεων των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 90 του Συντάγματος έχει αποδειχθεί στην πράξη ότι, χωρίς να διασφαλίζει την αξιοκρατία, οδηγεί στον ασφυκτικό έλεγχο της δικαιοδοτικής συμπεριφοράς των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών από τον Άρειο Πάγο. Έτσι όμως τα ηλικιωμένα μέλη του τελευταίου, που για τον λόγο αυτόν εμφορούνται συνήθως στην πλειοψηφία τους από συντηρητικές νομικές και κοινωνικές αντιλήψεις, επηρεάζουν υπέρμετρα την απονομή της δικαιοσύνης. Θα ήταν επομένως χρήσιμη η αναθεώρηση των παραπάνω διατάξεων, κατά τρόπο ώστε να δοθεί στον κοινό νομοθέτη, ενδεχομένως με ειδικές προϋποθέσεις (π.χ. νόμος εφάπαξ εκδιδόμενος και ψηφισμένος με αυξημένη, πέρα και από την απόλυτη, πλειοψηφία), η δυνατότητα να θεσπίσει ένα, δεσμευτικό για τα κρίνοντα όργανα (ανώτατο δικαστικό συμβούλιο ή ολομέλεια του οικείου ανώτατου δικαστηρίου), σύστημα αντικειμενικών κριτηρίων τουλάχιστον για τις τοποθετήσεις, μεταθέσεις και αποσπάσεις δικαστών και εισαγγελέων. Συναφές είναι και το πρόβλημα της διακριτικής ευχέρειας των προϊσταμένων δικαστηρίων και εισαγγελιών κατά την ανάθεση των διαφόρων υποθέσεων στα μέλη του αντίστοιχου σχηματισμού. Δεν μπορεί να μείνει εδώ ασχολίαστο το γεγονός ότι στις περισσότερες, αν όχι σε όλες, τις ποινικού ενδιαφέροντος υποθέσεις που βρέθηκαν και στην πολιτική επικαιρότητα την τελευταία τετραετία (απαγωγές Πακιστανών, υποκλοπές, ομόλογα, σκάνδαλο Siemens κ.ά.) η έρευνα των εισαγγελικών αρχών και ειδικότερα της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών καρκινοβατεί ή έχει ήδη οδηγηθεί σε αδιέξοδο. Αντίθετα σε άλλες περιπτώσεις οι εισαγγελικές και ανακριτικές αρχές επιδεικνύουν ενίοτε υπερβάλλοντα ζήλο, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την υπόθεση του παρ’ ολίγον αυτόχειρα Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Πολιτισμού, όπου επιβλήθηκε στην βασική κατηγορούμενη προσωρινή κράτηση, παρά το γεγονός ότι προδήλως έλλειπαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για να διαταχθεί τέτοιο μέτρο. Όλα αυτά δημιουργούν κλίμα καχυποψίας και πλήττουν την εικόνα της δικαιοσύνης στην κοινή γνώμη. Ευκταία θα ήταν συνεπώς η νομοθετική παρέμβαση, ώστε η διακριτική ευχέρεια των προϊσταμένων να περιορισθεί ή και εξαλειφθεί, με την κατανομή των υποθέσεων με βάση πάγια καθ΄ ύλη κριτήρια στα τμήματα ενός δικαστηρίου και με κλήρωση κατά τα λοιπά. Όλα αυτά θα έπρεπε, για να είναι αποτελεσματικά, να συνδυασθούν και με γενικότερη αναβάθμιση του καθεστώτος των λειτουργών της Θέμιδας, με σκοπό την περαιτέρω τόνωση του αυτοσεβασμού και του αισθήματος ανεξαρτησίας και αμεροληψίας τους. Ένα πρόδηλο πρώτο βήμα θα ήταν η καθιέρωση ενός νέου μισθολογίου, ανταποκρινόμενου στη σπουδαιότητα του δικαιοδοτικού λειτουργήματος και σε αναλογία προς τα δεδομένα των άλλων κρατών – μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό θα έπρεπε όμως να συνοδευθεί από αυστηρότερες προϋποθέσεις για τη συμμετοχή στον εισαγωγικό διαγωνισμό της Εθνικής Σχολής Δικαστών, όπως βαθμός πτυχίου «άριστα» ή «λίαν καλώς», κατοχή μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών, αντίστοιχου με την κατεύθυνση στην οποία επιθυμεί να διαγωνισθεί ο υποψήφιος, και τουλάχιστον καλή γνώση μιας ή και δύο ξένων γλωσσών. Ακόμη σκόπιμη θα ήταν η καθιέρωση γενικής απαγόρευσης, με ισχύ ακόμη και στα μεγάλα αστικά κέντρα, να υπηρετεί δικαστικός λειτουργός (εκτός βέβαια από εκείνους των ανώτατων δικαστηρίων) στην πόλη όπου είναι διορισμένος ως δικηγόρος συγγενής του έως τρίτου τουλάχιστον βαθμού.&lt;br /&gt;ΙΙΙ. Τα προβλήματα των ειδικών δικαστηρίων των άρθρων 88 παρ.2, 99 και 100 του Συντάγματος. Ένας τρίτος κύκλος προβλημάτων της ελληνικής δικαιοσύνης που χρήζουν ριζοσπαστικής αντιμετώπισης είναι τα σχετικά με τα ειδικά δικαστήρια των άρθρων 88 παρ. 2, 99 και 100 του Συντάγματος. Αρχίζοντας από το τελευταίο, το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο θεσπίσθηκε από τον συντακτικό νομοθέτη του 1975 ως ασθενικό υποκατάστατο ενός αυθεντικού συνταγματικού δικαιοδοτικού οργάνου, το οποίο ήταν για ιστορικούς λόγους (κυρίως λόγω της δυσφήμισης της έννοιας του Συνταγματικού Δικαστηρίου από τα χουντικά ψευδοσυντάγματα του 1968 και 1973) δυσχερές να ιδρυθεί τότε. Παρατάθηκε έτσι επ’ αόριστο ο βίος του απηρχαιωμένου και δυσλειτουργικού συστήματος διάχυτου και παρεμπίπτοντος ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων. Το σύστημα όμως αυτό, με καταγωγή από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, αποτελεί πια προφανή αναχρονισμό της ελληνικής συνταγματικής τάξης. Πρέπει και στη χώρα μας να αντιληφθούμε ότι η συνέχιση της ύπαρξης ενός αντισυνταγματικού νόμου, μετά τη δικαστική διάγνωση της αντισυνταγματικότητας αυτής, αποτελεί μείζονα ανωμαλία, υπονομευτική της όλης έννομης τάξης, καθώς και ότι τα συνταγματικά δικαιοδοτικά έργα είναι δυσβάστακτα για τα χωρίς ειδίκευση δικαστήρια. Χρειαζόμαστε επομένως ένα ειδικό συνταγματικό δικαιοδοτικό όργανο, ανάλογο εκείνων που λειτουργούν με επιτυχία εδώ και δεκαετίες στη μεγάλη πλειονότητα των άλλων ευρωπαϊκών κρατών (όπως τα Συνταγματικά Δικαστήρια της Γερμανίας, Ιταλίας και Ισπανίας, το Συνταγματικό Συμβούλιο της Γαλλίας κ.λπ.). Αυτό πρέπει να έχει μόνιμη σύνθεση, από μέλη μακράς θητείας και αποκλειστικής απασχόλησης, εκλεγμένα με αυξημένη πλειοψηφία κυρίως από τη Βουλή, και να διαθέτει, εκτός από τις σημερινές αρμοδιότητες του ΑΕΔ, και την αρμοδιότητα ακύρωσης αντισυνταγματικής διάταξης νόμου, ύστερα από παραπομπή από οποιοδήποτε δικαστήριο θεωρεί ότι μια τέτοια διάταξη, κρίσιμη για τη διάγνωση επίδικης διαφοράς, είναι αντισυνταγματική. Ευκταίο θα ήταν επίσης να του ανατεθεί η δικαιοδοτική επίλυση διαφορών σχετικών με το κύρος της εκλογής και των ρυθμιστικών διαταγμάτων του Προέδρου της Δημοκρατίας. Το Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος θα καθίστατο περιττό και θα έπρεπε να καταργηθεί ταυτόχρονα με την ίδρυση ειδικού συνταγματικού δικαιοδοτικού οργάνου, αφού τα ζητήματα συνταγματικότητας του δικαστικού μισθολογίου θα επιλύονταν erga omnes από αυτό το τελευταίο, ενώ για τα υπόλοιπα αρκούν τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια. Περιττό είναι όμως και το ειδικό δικαστήριο αγωγών κακοδικίας, του άρθρου 99 του Συντάγματος, αφού όλες αυτές οι αγωγές απορρίπτονται, με αποτέλεσμα η αστική ευθύνη των δικαστικών λειτουργών να είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη. Επομένως θα ήταν ειλικρινέστερο να καταργηθεί, ή αλλιώς να μετατραπεί σε δικαστήριο αστικής ευθύνης του δημοσίου από παράνομες πράξεις ή παραλείψεις δικαστικών λειτουργών, με πειθαρχική μόνο ευθύνη των τελευταίων.Συμπερασματικά θα μπορούσε να επισημανθεί ότι στη δικαιοσύνη, όπως και σε άλλους τομείς του ελληνικού δημόσιου βίου, ενδημούν καίρια προβλήματα, τα οποία έχουν ήδη δρομολογήσει μια τροχιά παρακμής που θα γίνεται ολοένα πιο αισθητή με την πάροδο του χρόνου. Εάν θέλουμε να αντιστρέψουμε την τροχιά αυτή, πρέπει να βρούμε, ως πολιτική κοινωνία, το θάρρος για ριζοσπαστικές λύσεις και μάλιστα χωρίς περαιτέρω καθυστέρηση.&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1609159186292588994-9063100185399521797?l=cecl-epikairesparemvaseis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://cecl-epikairesparemvaseis.blogspot.com/feeds/9063100185399521797/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=1609159186292588994&amp;postID=9063100185399521797' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1609159186292588994/posts/default/9063100185399521797'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1609159186292588994/posts/default/9063100185399521797'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://cecl-epikairesparemvaseis.blogspot.com/2008/07/14-15042008.html' title=''/><author><name>CECL</name><uri>http://www.blogger.com/profile/12763879744371523610</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry></feed>
